Τράπεζες: Η καθυστέρηση του εξωδικαστικού συμβιβασμού θα επιδεινώσει τα «κόκκινα» δάνεια

politisonline
Δημοσιεύθηκε Ιανουάριος 26, 2017, 11:00 πμ
2 secs

Για τον κίνδυνο μιας νέας στάσης πληρωμών από επιχειρήσεις προειδοποιούν οι τραπεζίτες λόγω της καθυστέρησης της ψήφισης και εφαρμογής του εξωδικαστικού συμβιβασμού. Όπως υποστηρίζουν, σήμερα με δυσκολία συγκρατούν σε εξυπηρέτηση τα τέσσερα στα δέκα δάνεια προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις και η ανησυχία είναι έντονη ότι ακόμη και αν ψηφιστεί το σχέδιο νόμου, μέχρι την πλήρη εφαρμογή του οι προσδοκίες ευνοϊκής μεταχείρισης θα οδηγήσουν αρκετούς επιχειρηματίες σε πάγωμα των αποπληρωμών.

Όπως τονίζουν χαρακτηριστικά υψηλόβαθμα τραπεζικά στελέχη, στην Ναυτεμπορική, η ηλεκτρονική πλατφόρμα στην οποία θα τρέξουν τα στοιχεία των επιχειρήσεων θα χρειαστεί χρόνο για να «στηθεί», αφήνοντας ένα χρονικό κενό στο οποίο εύκολα θα εκδηλωθούν τάσεις στάσης πληρωμών. Ακόμη και τώρα το πλαίσιο του εξωδικαστικού συμβιβασμού είναι «κινούμενη άμμος», καθώς δεν έχουν αποσαφηνιστεί βασικά στοιχεία του, όπως η περίμετρος και το είδος των οφειλών που θα μπορούν να «κουρευτούν», και το χειρότερο είναι ότι αλλάζουν σχεδόν σε καθημερινή βάση οι παράμετροί του.

Σήμερα θα συνεδριάσει η νεοσύστατη επιτροπή της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών για τα «κόκκινα» δάνεια, προκειμένου να συντονιστούν οι προσπάθειες των τραπεζών στο θέμα αυτό, αλλά και στα ανοικτά ζητήματα που άπτονται του νομοθετικού πλαισίου, όπως η νομική κάλυψη των στελεχών που αποφασίζουν αναδιαρθρώσεις, η εκδίωξη μετόχων που δεν συνεργάζονται και οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί για τους οποίους έχει καταρτιστεί σχέδιο νόμου αλλά δεν έχει ψηφιστεί, ενώ δεν έχει αποφασιστεί ποια θα είναι η πλατφόρμα διεξαγωγής τους.

Ο συντονισμός μεταξύ τραπεζών και η κοινή γραμμή τους είναι καίριο θέμα, τόσο έναντι της κυβέρνησης και των θεσμών όσο και έναντι των δανειοληπτών – επιχειρήσεων στις οποίες υπάρχει κοινή έκθεση, καθώς μέχρι πρόσφατα δημιουργούνταν προβλήματα εξαιτίας της διαφορετικής ατζέντας και συμφερόντων που είχε κάθε τράπεζα. Σε αυτό το σημείο καλείται να συμβάλει το επίσης νεοσύστατο φόρουμ διαχείρισης προβληματικών δανείων που θα συνεδριάζει σε τακτά διαστήματα στο πλαίσιο της Ένωσης Τραπεζών.

Οι τραπεζίτες εκτιμούν ότι ο κλάδος βρίσκεται επί του παρόντος εντός των στόχων μείωσης των «κόκκινων» δανείων που έχουν συμφωνηθεί με τον SSM και την Τράπεζα της Ελλάδος, αλλά αν το συνολικό πλαίσιο καθυστερήσει μετά τον Μάρτιο με Απρίλιο, το σύστημα εκτροχιάζεται. Όλοι οι σχεδιασμοί συνδέονται εύλογα με την ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης αφού, όπως επισημαίνεται, σε διαφορετική περίπτωση έχουν ανατραπεί τα δεδομένα με άγνωστες, και επικίνδυνες σίγουρα, επιπτώσεις στο τραπεζικό σύστημα και την οικονομία.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΤτΕ, το 60% των δανείων προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις εντάσσεται στα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα (NPEs) και εξ αυτών, το 26% είναι σε καθυστέρηση πάνω από 90 ημέρες, ποσοστό επίσης 26% είναι αβέβαιης είσπραξης ή σε καθυστέρηση για διάστημα μικρότερο των 90 ημερών και το 48% είναι καταγγελμένες απαιτήσεις.

Το ποσό των NPEs στις πολύ μικρές επιχειρήσεις και τους ελεύθερους επαγγελματίες είναι άνω του 67% και εξ αυτών, με βάση τα τελευταία στοιχεία της ΤτΕ, το 30% είναι σε καθυστέρηση πάνω από 90 ημέρες, το 15% είναι αβέβαιης είσπραξης ή σε καθυστέρηση για διάστημα μικρότερο των 90 ημερών και το 55% είναι καταγγελμένες απαιτήσεις.

Στις μεγάλες επιχειρήσεις το 30% κατατάσσεται στα NPEs και από αυτές το 26% είναι σε καθυστέρηση πάνω από 90 ημέρες, το 45% είναι αβέβαιης είσπραξης ή σε καθυστέρηση για διάστημα μικρότερο των 90 ημερών και το 29% είναι καταγγελμένες απαιτήσεις.

Σε επίπεδο κλάδων, ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στο εμπόριο κινείται πάνω από το 45%. Πολύ υψηλά ποσοστά μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων παρατηρούνται στους κλάδους της εστίασης (76,3%), των αγροτικών δραστηριοτήτων (62,7%), των τηλεπικοινωνιών, πληροφορικής και ενημέρωσης (58,4%), της μεταποίησης (53,2%) και των κατασκευών (52,8%), ενώ τα χαμηλότερα ποσοστά παρατηρούνται ενδεικτικά στους κλάδους της ενέργειας (3,7%), της δημόσιας διοίκησης (7%), των χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων (27%) και της ναυτιλίας (30,9%).