Οι ασυμβίβαστοι σωτήρες

Γιάννης Πολίτης
Δημοσιεύθηκε Ιανουάριος 23, 2017, 2:14 μμ
4 secs

ΟΙ ΕΠΙΣΤΡΟΦΕΣ κρύβουν πάντα μια μεγάλη θλίψη, γιατί σε φέρνουν αντιμέτωπο με τη ματαίωση της φιλοδοξίας να δημιουργήσεις κάτι καινούργιο. Οι εικόνες στο «Caravel» το περασμένο Σάββατο ήταν αποκαλυπτικές. Κατέγραφαν την κακή ψυχολογία του Γιώργου Παπανδρέου και των ανθρώπων που τον ακολούθησαν στο ΚΙΔΗΣΟ. Σαν φτωχοί συγγενείς κάθισαν γύρω από το δικό τους τραπέζι και χαιρέτησαν αμήχανα τους παλιούς συντρόφους. Σε κάθε περίπτωση, ο Γιώργος γύρισε στο πατρικό του σπίτι, από το οποίο δεν υπήρχε κανένας -μα απολύτως κανένας- λόγος να φύγει. Ετσι κι αλλιώς, όμως, η πολιτική του διαδρομή τα τελευταία χρόνια γράφτηκε με πολλά λάθη.

ΤΟ ΚΟΡΥΦΑΙΟ λάθος το διέπραξε τον Μάιο του 2010, τότε που ήταν πανίσχυρος και κραταιός πρωταγωνιστής των εξελίξεων. Εάν σε εκείνη την κρίσιμη για την πορεία της χώρας ψηφοφορία για το πρώτο μνημόνιο είχε βάλει στο παιχνίδι τη Νέα Δημοκρατία και είχε απαιτήσει η δανειακή σύμβαση να έχει την ψήφο 180 βουλευτών, θα ήταν διαφορετική η πορεία της χώρας, η πορεία του κόμματός του και η πορεία του ίδιου. Γιατί δεν το έκανε; Η απάντηση είναι απλή. Δεν ήθελαν να μοιραστούν ούτε εκείνος, ούτε οι νεόκοποι επιτελείς του την εξουσία με την ηττημένη Νέα Δημοκρατία και ταυτόχρονα ήθελαν να είναι οι μόνοι σωτήρες της κατεστραμμένης από τη Δεξιά -όπως έλεγαν τότε- Ελλάδας. Κανείς τους δεν είχε καταλάβει ότι η χώρα είχε μπει σε μία άλλη δραματική εποχή και πως το μνημόνιο δεν ήταν ασπιρίνη, αλλά μια μακροχρόνια θεραπεία με αμφίβολα αποτελέσματα. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά.

ΤΟ ΙΔΙΟ ΛΑΘΟΣ έκανε δύο χρόνια αργότερα ο Αντώνης Σαμαράς. Αν άφηνε περισσότερο τον Λουκά Παπαδήμο στην εξουσία, ο οποίος ήταν διατεθειμένος να σηκώσει όλο το βάρος, η Ν.Δ. θα είχε πάρει λιγότερες καυτές πατάτες στα χέρια της. Η Ιστορία, ωστόσο, θα καταγράψει πως, είτε από καπατσοσύνη είτε από τύχη, ο Αντώνης Σαμαράς στο τέλος της ημέρας τα κατάφερε καλύτερα. Βγήκαν με λιγότερα τραύματα ο ίδιος και η παράταξή του από το καμίνι. Ακολούθησε ο Αλέξης Τσίπρας με την ίδια τακτική. Αν είχε ακούσει τον Ευάγγελο Βενιζέλο ότι οι Ευρωπαίοι τον περίμεναν για να τον… πατήσουν κάτω και έδειχνε υπομονή στην κατάληψη της εξουσίας, η μοίρα του ΣΥΡΙΖΑ θα ήταν καλύτερη. Τότε, όμως, ο σημερινός πρωθυπουργός πίστευε πως θα ανατρέψει το σκηνικό στην Ευρώπη και δεν άκουγε τίποτα. Πήρε τη διακυβέρνηση άρον-άρον για να μη χάσει την ευκαιρία, παρέδωσε τη διαπραγμάτευση στον Βαρουφάκη και σφήνωσε το σκάφος στα βράχια με ορμή. Λέμε συχνά την έκφραση του συρμού ότι η Ελλάδα δεν έχει κουλτούρα συνεργασιών και οι πολιτικοί μας δεν μπορούν να καθίσουν γύρω από ένα τραπέζι και να καταστρώσουν ένα σχέδιο κοινής δράσης. Παραμύθια… Όταν θέλουν, μπορούν.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ παράδειγμα, το Κυπριακό. Όλες οι πολιτικές δυνάμεις συντάχτηκαν πίσω από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και έβαλαν την ελληνική κόκκινη γραμμή ότι δεν θα δεχτούμε Στρατό Κατοχής στην Κύπρο μετά τη λύση. Η ελληνική θέση έγινε αμέσως αποδεκτή από την Ευρωπαϊκή Ένωση με πολλή ευκολία. Ετσι, ακόμη και αν αποτύχει και αυτή τη φορά η διαδικασία επίλυσης του μεγάλου εθνικού θέματος, δεν θα χρεωθεί η Ελλάδα στη διεθνή κοινότητα την αποτυχία.

ΑΡΑ Η ΔΥΣΚΟΛΙΑ δεν είναι στη συνεννόηση, αλλά στο ψώνιο των πολιτικών μας. Όλοι θέλουν να γίνουν αρχηγοί, όλοι θέλουν να γίνουν πρωθυπουργοί. Οι διαφορές τους δεν είναι σχεδόν ποτέ ιδεολογικές, όπως αποδεικνύουν οι πολιτικές τους. Προσωπικά είναι τα θέματα. Ξεκινούν από το ποιος είσαι εσύ και ποιος είμαι εγώ και τραβάει ο καθένας τον δρόμο του, παριστάνοντας τον ασυμβίβαστο σωτήρα. Δυστυχώς, ακόμη και μετά από όσα έχουν συμβεί, ελάχιστοι έχουν κατανοήσει ότι η χώρα απαιτεί διακομματική συνεννόηση σε υγεία, παιδεία, δημόσια ασφάλεια, συνταξιοδοτικό, αναπτυξιακό μοντέλο και μεταναστευτικό. Ακόμη, η ακραία πόλωση είναι το κύριο χαρακτηριστικό του πολιτικού διαλόγου.

ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ η προοπτική; Αργά ή γρήγορα θα γίνουν εκλογές και χωρίς αμφιβολία ο ΣΥΡΙΖΑ θα ηττηθεί. Και καλύτερος να ήταν, πάλι θα έχανε με τα μνημόνια. Θα έρθει ξανά η Νέα Δημοκρατία με έναν νέο αρχηγό. Αν καταφέρει μόνη της να ξεκολλήσει το κάρο από τη λάσπη, έχει καλώς. Αν όχι, τότε έπειτα από δύο-δυόμισι χρόνια, εκ των πραγμάτων θα πάμε σε κυβέρνηση μεγάλου συνασπισμού. Δηλαδή θα γίνει το 2020 αυτό που θα έπρεπε να είχε γίνει από το 2010. Εν τω μεταξύ, θα έχουν χαθεί 10 πολύτιμα χρόνια και η Ελλάδα θα είναι μια πολύ φτωχή χώρα, με διαλυμένη κοινωνία και εξαθλιωμένους πολίτες.

To άρθρο του Γ. Πολίτη δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Realnews την Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2017.