Tα μιλήσανε, τα συμφωνήσανε…

Γιάννης Πολίτης
Δημοσιεύθηκε Φεβρουάριος 16, 2006, 3:36 μμ
5 secs

«Ετοιμάσου, πάμε μαζί στη Γερμανία». M’ αυτή τη φράση ο Κώστας Καραμανλής ανακοίνωσε στην Ντόρα Μπακογιάννη την είσοδό της στην κυβέρνηση. Αυτό ήταν το χάπι εντ ενός πολιτικού ειδυλλίου που ξεκίνησε πριν από πέντε χρόνια, ανήμερα των Φώτων, και ολοκληρώθηκε δυο μήνες αργότερα σε ένα ταξίδι στη Γερμανία.

Ήταν όμως και η υλοποίηση μιας πολιτικής συμφωνίας που έγινε πριν από 3 χρόνια όταν η κ. Ντόρα Μπακογιάννη αποφάσισε να διεκδικήσει τον Δήμο της Αθήνας εγκαταλείποντας το κομματικό αξίωμα της συντονίστριας επί θεμάτων Εξωτερικών και Άμυνας της N.Δ. H συμφωνία για την ανάληψη του υπουργείου Εξωτερικών μετά τον δήμο της Αθήνας είχε κλειδώσει, όπως λένε όσοι γνωρίζουν το παρασκήνιο αυτής της υπόθεσης, από την άνοιξη του 2002.

H πρώτη προσέγγιση Καραμανλή – Ντόρας άρχισε το καλοκαίρι του 1998. Τα αποτελέσματα όμως ήταν πενιχρά. Βγήκαν με παρέα για φαγητό στο Θησείο, συνέχισαν για ποτό στην παραλία, δεν υπήρξε όμως συνέχεια στην επικοινωνία τους. Άνοιξε ωστόσο ένα πρώτο παράθυρο που τους οδήγησε στη μακρά συζήτηση της 6ης Ιανουαρίου του 2000. Ήταν 12 το μεσημέρι αμέσως μετά τον Αγιασμό των υδάτων, όταν ο K. Καραμανλής κάλεσε την Ντόρα Μπακογιάννη για καφέ στο γραφείο του στη Ρηγίλλης. Το τι συζητήθηκε ακριβώς δεν μαθεύτηκε ποτέ, τα αποτελέσματα αυτής της συζήτησης όμως φάνηκαν στην πολιτική συμπεριφορά και των δύο, αφού σταμάτησαν αμέσως οι διαρροές και οι αιχμές μέσω συνεργατών ένθεν κακείθεν που δημιουργούσαν διαρκές κλίμα αντιπαλότητας και πόλωσης και άρχισε η απευθείας επικοινωνία Καραμανλή – Ντόρας.

Εκ των προτέρων

Ο K. Καραμανλής ενημέρωνε εκ των προτέρων για πολλές πολιτικές αποφάσεις του την Ντόρα Μπακογιάννη, ενώ η ίδια τον ρωτούσε για όλες τις κινήσεις και πρωτοβουλίες της. Σταδιακά η σχέση έγινε πιο ζεστή και ο K. Καραμανλής την κάλεσε να τον συνοδεύσει σε πολλά ταξίδια στο εξωτερικό την περίοδο που ήταν συντονίστρια Εξωτερικών και Άμυνας. «Όπως φάνηκε, ο Καραμανλής και η Μπακογιάννη είχαν λύσει τα προβλήματά τους εδώ και καρό» έλεγε χθες κομματικό στέλεχος της N.Δ. και τόνιζε: «Είναι προφανές ότι η Ντόρα Μπακογιάννη εδώ και χρόνια κατανόησε ότι θα ήταν λάθος να ηγηθεί αντικαραμανλικού πόλου που θα αμφισβητεί καθημερινά τον Πρωθυπουργό και τις επιλογές του». Από την άλλη πλευρά, ο Πρωθυπουργός δεν είχε κανένα λόγο, λένε συνεργάτες του, να οδηγήσει την Ντόρα Μπακογιάννη με τις κινήσεις του στην αντίπερα όχθη και να έχει ένα μόνιμο εσωκομματικό αντίπαλο. Έτσι και αλλιώς, ο Πρωθυπουργός είναι κυρίαρχος του παιγνιδιού και θα αμφισβητηθεί ο ηγετικός ρόλος μόνον εάν υποστεί μεγάλη ήττα στις εκλογές. Τότε προφανώς και δεν τον αφορά ποιοι θα διεκδικήσουν την ηγεσία και ποιος τελικά θα τον διαδεχθεί».

Τον τελευταίο χρόνο ο Πρωθυπουργός και η Ντόρα Μπακογιάννη πύκνωσαν τις επαφές τους. Μιλούσαν συχνά στο τηλέφωνο ενώ υπήρξαν και συναντήσεις που δεν έγιναν γνωστές. Στις συναντήσεις αυτές είχε οριστικοποιηθεί και ο χρόνος μετάβασης από τον δήμο στο υπουργείο Εξωτερικών. Έτσι, τόσο η ίδια όσο και οι στενοί συνεργάτες του Πρωθυπουργού που γνώριζαν αυτό το κλίμα με βεβαιότητα εδώ και μήνες έλεγαν ότι σε κάθε περίπτωση σε έναν ανασχηματισμό η Ντόρα Μπακογιάννη θα είναι υπουργός Εξωτερικών με την προϋπόθεση να έχει έλθει το πλήρωμα του χρόνου για δύο πράγματα: πρώτον, να μην εγκαταλείψει τον δήμο προτού κλείσει τρία χρόνια της θητείας της, γεγονός που θα αξιοποιούσε το ΠΑΣΟΚ στην επόμενη αναμέτρηση και, δεύτερον, να έχει συμπληρώσει σχεδόν δύο χρόνια παραμονής στο υπουργείο Εξωτερικών ο Π. Μολυβιάτης. Το αποτέλεσμα έδειξε ότι το σχέδιο που αποφασίστηκε τον Μάρτιο του 2002 τηρήθηκε και από τις δύο πλευρές. Τώρα μένει να αποδειχθεί εάν η καλή σχέση Καραμανλή – Μπακογιάννη που βασιζόταν στο κοινό συμφέρον θα αντέξει στα δύσκολα ή θα δικαιωθούν οι «σκληροί». Αυτοί που στο καραμανλικό στρατόπεδο ζητούσαν επίμονα από τον Καραμανλή να μην τοποθετήσει στο υπουργείο Εξωτερικών ένα τόσο ισχυρό στέλεχος όπως η Ντόρα, γιατί θα τον υποσκάψει προκειμένου να ενισχύσει το ηγετικό της προφίλ, αλλά και κάποιοι φίλοι της κ. Μπακογιάννη που τη συμβούλευαν να παραμείνει στον δήμο για να μη φθαρεί μπαίνοντας σε μια κυβέρνηση που ήδη έχει αρχίσει να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “ΤΑ ΝΕΑ “