Οι «απέναντι» της Νέας Δημοκρατίας

Γιάννης Πολίτης
Δημοσιεύθηκε Ιανουάριος 29, 2000, 2:32 μμ
2 secs

Ξάφνιασε φίλους και εχθρούς η Ντόρα Μπακογιάννη όταν πριν από έναν μήνα, μιλώντας σε κομματική εκδήλωση της Ν.Δ. στη Βέροια, είπε υψώνοντας τη φωνή της: «Η Ν.Δ. θα κερδίσει τις εκλογές και ο επόμενος πρωθυπουργός της χώρας θα είναι ο Κώστας Καραμανλής». Δύο εβδομάδες νωρίτερα, σε συνέντευξή της στα «ΝΕΑ» είχε πει για τον δήμαρχο Αθηναίων: «Θέλετε να σας κάνω μία πρόβλεψη; Ο Δημήτρης Αβραμόπουλος θα έρθει στη Ν.Δ. και θα είναι υποψήφιος στην Α’ περιφέρεια Αθηνών». Αυτές οι δύο φράσεις της ήταν αρκετές για να βρεθεί πολύ καιρό στο επίκεντρο των συζητήσεων των απανταχού νεοδημοκρατών: «Πού το πάει η Ντόρα; Γιατί στηρίζει τόσο τον Καραμανλή, μήπως το κάνει από το άγχος της για τον Αβραμόπουλο;». Αυτό ήταν το ερώτημα το οποίο για πολλούς ακόμη δεν έχει απαντηθεί, μολονότι η πρώην υπουργός λέει ότι η στάση της είναι ξεκάθαρη: «Στηρίζω τον Καραμανλή σ’ αυτήν την αναμέτρηση με όλες μου τις δυνάμεις. Και αυτό που λέω, το εννοώ. Η Ν.Δ. δεν αντέχει άλλη ήττα. Αυτήν τη μάχη πρέπει να την κερδίσει πάση θυσία». Όσο για τον Αβραμόπουλο τονίζει ότι «δεν χρειαζόταν πολλή σκέψη για να μαντέψει κανείς ότι ο δήμαρχος από καιρό είχε πάρει τον δρόμο για τη Ρηγίλλης. Μόνο που τώρα αρχίζουν τα δύσκολα για εκείνον».

Να «φθαρεί»

Οι συνεργάτες της εξηγούν ότι η Ντόρα δεν έχει αυτήν την ώρα κανένα άγχος με τον Αβραμόπουλο. Το κόστος για την κάθοδό του στην πολιτική το έχει εισπράξει προκαταβολικά. Οι πάντες πιστεύουν ότι ο δήμαρχος θα βγει πρώτος βουλευτής, άρα δεν έχει λόγο να ανησυχεί για την πρωτιά. Αντίθετα, θα θεωρηθεί μεγάλη της επιτυχία εάν ή διαφορά τους σε ψήφους δεν είναι μεγάλη. Ο δήμαρχος λογικά θα πρέπει να έχει άγχος μήπως κάτι δεν πάει καλά και χάσει την πρωτιά. Εκείνο που ενδιαφέρει την πρώην υπουργό ­ σύμφωνα πάντα με τους συνεργάτες της ­ είναι «ο δήμαρχος να μπει δυναμικά στη μάχη και να γίνει από δημόσιο, πολιτικό πρόσωπο. Δηλαδή να εισπράξει και τα οφέλη, αλλά και τη φθορά ενός στελέχους που είναι ενταγμένο σε ένα κόμμα». Με λίγα λόγια, η κ. Ντόρα Μπακογιάννη, όπως και τα υπόλοιπα ηγετικά στελέχη της Ν.Δ., προκαλεί τον κ. Δ. ΑΒραμόπουλο να ξεκαθαρίσει τη στάση του τώρα, ώστε να μην έρθει στη Ρηγίλλης στο παρά πέντε για να εισπράξει κέρδη χωρίς να έχει υποστεί φθορά.

Άλλη τακτική

Πάντως, ουδείς αμφιβάλλει πλέον στη Ν.Δ. ότι η πρώην υπουργός ακολουθεί με τον κ. Κ. Καραμανλή άλλη τακτική από εκείνη που ακολούθησε με τον κ. Μ. Έβερτ. Πρώτον, δεν έχει ομάδα. Την έχει διαλύσει εδώ και πολύ καιρό. Δεύτερον, δεν στήνει παγίδες στην ηγεσία και δεν υπονομεύει τον πρόεδρο. Στον κ. Κ. Καραμανλή τού πήρε πολύ χρόνο να καταλάβει ότι «η Ντόρα είχε καλές προθέσεις», σύμφωνα με την έκφραση ενός στενού συνεργάτη της. Και τώρα που το κατάλαβε, έγινε η ζωή πιο εύκολη και για τους δύο: Μιλούν ανοιχτά χωρίς υπαινιγμούς και υπονοούμενα. Ρωτάει τη γνώμη της, την ενημερώνει τηλεφωνικά για τις αποφάσεις του, υιοθετεί προτάσεις και πάγιες θέσεις της. Και βρίσκονται από κοντά, λένε και κανένα ανέκδοτο». Παράλληλα, η πρώην υπουργός «οργώνει» όλη την Ελλάδα. Κάνει ομιλίες, δίνει συνεντεύξεις και εξαντλεί την επιρροή της στον παλιό μηχανισμό τής μητσοτακικής πτέρυγας, που εδώ και χρόνια έχει πάρει αποστάσεις από τη Ρηγίλλης. Και νιώθει μεγάλη ικανοποίηση όταν βλέπει καραμανλικούς και εβερτικούς, οι οποίοι παλιά τη θεωρούσαν υπεύθυνη για όλα τα δεινά στο κόμμα, να της πλέκουν το εγκώμιο. Όσο για τον πρόεδρο του κόμματος και τους συνεργάτες του μιλούν με τα καλύτερα λόγια την πρώην υπουργό. Τονίζουν ότι η συνεισφορά της στη νίκη του κόμματος θα είναι καθοριστική και σπεύδουν από τώρα να τη χρίσουν «τσάρο της οικονομίας». Λένε, δηλαδή, ότι σε μια κυβέρνηση Καραμανλή θα είναι υπουργός Εθνικής Οικονομίας.

Η στρατηγική

Η στρατηγική που ακολουθεί αυτήν την περίοδο η Ντόρα Μπακογιάννη είναι προφανές ότι συνδέεται με την επομένη των εκλογών. Μία στρατηγική από την οποία στόχο έχει να βρεθεί στο κέντρο των εξελίξεων, είτε κερδίσει η Ν.Δ. είτε χάσει. Σε περίπτωση νίκης, εκτός απροόπτου θα αναλάβει ένα νευραλγικό υπουργείο. «Και τις ικανότητες έχει για κάτι τέτοιο. Και θα έχει κερδίσει με το σπαθί της», λένε χαρακτηριστικά στη Ρηγίλλης, ενώ η ίδια δηλώνει ότι «αυτό που με ενδιαφέρει πάνω απ’ όλα είναι το κόμμα μου τους προσεχείς μήνες να είναι στην εξουσία». Αλλά και αν ο κ. Κ. Καραμανλής χάσει τις εκλογές, ουδείς θα μπορεί να χρεώσει στην ίδια ευθύνη για την ήττα. Αντίθετα, πολλοί θα λένε ότι «η Ντόρα έκανε ό,τι μπορούσε». Είναι δύσκολο, ωστόσο, να προβλεφθεί τι θα συμβεί στη Ρηγίλλης έπειτα από μια νέα ήττα και ιδιαίτερα τώρα που όλα δείχνουν ότι μπαίνει στο παιχνίδι ο Δημήτρης Αβραμόπουλος. Η Ντόρα Μπακογιάννη, η οποία ποτέ δεν έχει κρύψει τις ηγετικές φιλοδοξίες της, θα έχει πια να αντιμετωπίσει έναν ακόμη αντίπαλο.

Η βάση του κόμματος

Οι φίλοι της πρώην υπουργού αναφέρουν ότι σε μια ενδεχόμενη ήττα της Ν.Δ., τις εξελίξεις θα τις καθορίσει η ίδια η βάση του κόμματος με τον τρόπο τον οποίο θα αντιδράσει. «Τα παιχνίδια τακτικής αυτήν τη φορά δεν θα έχουν μεγάλη τύχη, αφού οι κουρασμένοι ψηφοφόροι είτε θα γυρίσουν την πλάτη τους στο κόμμα είτε θα απαιτήσουν ανατροπές».

Εκείνο που μπορεί να πει κανείς από τώρα με βεβαιότητα για τη στάση που θα τηρήσει η πρώην υπουργός είναι ότι δεν θα βιαστεί, όπως συνέβη μετά την ήττα Έβερτ, όταν έσπευσε να ανακοινώσει ότι διεκδικεί την ηγεσία. Θα περιμένει, αυτήν τη φορά ­ λένε όσοι τη γνωρίζουν καλά ­ να δει τι είναι αυτό που πραγματικά επιθυμεί ο κόσμος. «Θέλει να δώσει μια ακόμη ευκαιρία στον Καραμανλή; Θέλει έναν νέο αρχηγό και ποιον; Θέλει, ίσως, ένα νέο κόμμα;

Όποιος όμως ­ καταλήγουν οι φίλοι τής πρώην υπουργού ­ δεν μετρήσει με ψυχραιμία την πραγματική επιθυμία των ψηφοφόρων της Ν.Δ., σίγουρα θα είναι ο χαμένος του δύσκολου παιχνιδιού της επόμενης ημέρας»

Ό,τι και ένα συμβεί πάντως στη Ν.Δ., είτε γίνει κυβέρνηση είτε μείνει στην αντιπολίτευση, το βέβαιον είναι ότι πολύ σύντομα ο Δημήτρης Αβραμόπουλος και η Ντόρα Μπακογιάννη θα βρεθούν απέναντι.

Ο λόγος είναι απλός. Έχουν τις ίδιες φιλοδοξίες. Σε μια κυβέρνηση της Ν.Δ. θα θέλουν και οι δύο να είναι το πρώτο βιολί. Σε ένα ηττημένο κόμμα θα θέλουν και οι δύο να γίνουν αρχηγοί.

 

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “ΤΑ ΝΕΑ “