Έκαναν την ανάγκη φιλότιμο…

Γιάννης Πολίτης
Δημοσιεύθηκε Ιούνιος 19, 1999, 11:10 πμ
1 sec

Το πρώτο τηλεφώνημα που δέχθηκε ο Κώστας Καραμανλής όταν πήγε στο γραφείο του, στη Ρηγίλλης, την επομένη των ευρωεκλογών ήταν από τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη. «Συγχαρητήρια Κώστα, πήγες πολύ καλά, μπράβο», ήταν τα πρώτα λόγια του πρώην πρωθυπουργού και ο πρόεδρος της Ν.Δ. τού απάντησε με σεβασμό: «Σας ευχαριστώ πολύ, κύριε πρόεδρε. Έχουμε όμως πολύ δρόμο μπροστά μας μέχρι την τελική νίκη. Θα κάνουμε ό,τι μπορούμε».
Οι εγκάρδιες φιλοφρονήσεις του τέως με τον νυν πρόεδρο της Ν.Δ. την περασμένη Δευτέρα δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Η βελτίωση των σχέσεων των δύο ανδρών έχει ξεκινήσει σταδιακά εδώ και καιρό. Ύστερα από σχεδόν ενάμιση χρόνο πολεμικής αντιπαράθεσης με χτυπήματα κάτω από τη μέση και σκληρούς χαρακτηρισμούς εκατέρωθεν, διαπίστωσαν ότι χρειάζεται ο ένας τον άλλον για την υλοποίηση των φιλοδοξιών τους. Ο ένας θέλει να γίνει πρωθυπουργός και ο δεύτερος ­ ακόμη και αν δεν το λέει ευθέως ­ επιθυμεί να ολοκληρώσει τη μακρά πολιτική του καριέρα ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Έτσι, «εποίησαν την ανάγκην φιλοτιμίαν» και σκέφθηκαν προφανώς πως ό,τι είπαμε μέχρι σήμερα, ας γίνει… νερό και αλάτι.

Μητσοτακικοί το 10%

Οι πάγοι έλιωσαν. Ύστερα από ενάμιση χρόνο ο πρώην πρωθυπουργός περνά το κατώφλι της Ρηγίλλης και ο πρόεδρος της Ν.Δ. τον υποδέχεται εγκάρδια στη συνεδρίαση της Εκτελεστικής Επιτροπής. Εκεί έγινε το πρώτο βήμα

Ο κ. Κ. Καραμανλής, έστω με καθυστέρηση, διαπίστωσε ότι ένα σημαντικό ποσοστό των ψηφοφόρων της Ν.Δ. ­ δημοσκοπήσεις το ανεβάζουν στο 10% ­ είναι μητσοτακικοί. Επομένως, για να γίνει το κόμμα της Ρηγίλλης κυβέρνηση, χρειάζεται να ενσωματώσει πλήρως αυτό τον κόσμο. Ακόμη και μια διαρροή της τάξεως του 1% ή 2% στις εθνικές εκλογές θα μπορούσε να αποβεί μοιραία για το κόμμα. Παράλληλα, ο κ. Κ. Μητσοτάκης με την πάροδο του χρόνου είδε ότι ο νέος πρόεδρος της Ν.Δ. δεν είναι «αμελητέος ούτε θα αναλωθεί εύκολα». Όπως χαρακτηριστικά λένε φίλοι του πρώην πρωθυπουργού, «απέδειξε ότι έχει και ικανότητες και κότσια, είτε συμφωνεί είτε διαφωνεί κανείς μαζί του». Για τον πρώην πρωθυπουργό θα ήταν μεγάλη ηθική ικανοποίηση και δικαίωση να προταθεί από το κόμμα που υπηρέτησε επί σχεδόν 20 χρόνια για Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Μία πρόταση, για την οποία αυτή τη φορά υπάρχουν οι προϋποθέσεις να μην είναι μόνον τιμής ένεκεν.

Το δίλημμα

Όπως έχουν τα πράγματα σήμερα, ουδείς αμφιβάλλει ότι εκλογές θα γίνουν το Μάρτιο του 2000 με αφορμή την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας. Εάν λοιπόν πριν από τη διάλυση της Βουλής ο Κ. Καραμανλής προτείνει για Πρόεδρο τον κ. Κ. Μητσοτάκη και στη συνέχεια η Ν.Δ. κερδίσει τις εκλογές, ο πρώην πρωθυπουργός θα εκλεγεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Αλλά και αν κερδίσει το ΠΑΣΟΚ, θα έχει το κέρδος της ηθικής αναγνώρισης της προσφοράς του στο κόμμα. Το ερώτημα είναι τι θα κάνει ο πρόεδρος της Ν.Δ. όταν έλθει εκείνη η κρίσιμη ώρα. Οι απόψεις που διατυπώνονται από τα στελέχη της Ν.Δ. είναι αντιφατικές. Υπάρχουν εκείνοι που λένε ότι «εάν προτείνει τον Μητσοτάκη, το κόμμα για πρώτη φορά θα οδηγηθεί ενωμένο στις εκλογές». Αλλά δεν είναι λίγοι αυτοί που τονίζουν με έμφαση ότι «νέο ξεκίνημα με τον Μητσοτάκη δεν γίνεται». Ο κ. Κ. Καραμανλής ­ αρκετοί λένε ­ συμμερίζεται τη δεύτερη άποψη και αποφεύγει να αποκαλύψει τις προθέσεις του ακόμη και στις κατ΄ ιδίαν συζητήσεις του. Όταν ερωτάται, λέει ότι το «θέμα δεν είναι επίκαιρο» και την ίδια στάση θα τηρήσει τους προσεχείς μήνες.

Τρία σενάρια

Οι στενοί συνεργάτες του κ. Κ. Καραμανλή εκτιμούν ότι «μολονότι είναι δύσκολο να προτείνει για Πρόεδρο τον κ. Μητσοτάκη, δεν είναι απίθανο». Και εξηγούν: «Είναι ένα από τα τρία σενάρια που παίζουν. Το πρώτο σενάριο είναι να συμφωνήσει με την επανεκλογή του κ. Κ. Στεφανόπουλου, τον οποίο προτείνει το ΠΑΣΟΚ, αλλά σε αυτή την περίπτωση θα πει ότι η χώρα πρέπει πρώτα να οδηγηθεί σε εθνικές εκλογές, διότι αυτή η κυβέρνηση προκαλεί ζημία στον τόπο. Το δεύτερο είναι να προτείνει ένα νέο πρόσωπο, που δεν θα προέρχεται από τη Ν.Δ., με το οποίο ουσιαστικά θα κάνει άνοιγμα στον λεγόμενο μεσαίο χώρο εν όψει εκλογών. Και το τρίτο σενάριο είναι να προτείνει τον κ. Κ. Μητσοτάκη αν τότε κρίνει ότι προέχει η συσπείρωση και η αρραγής ενότητα της βάσης της Ν.Δ.».

Ο γεφυροποιός

Σημαντικό ρόλο στη βελτίωση των σχέσεων Καραμανλή – Μητσοτάκη έπαιξε η διαμεσολάβηση του Βαγγέλη Μεϊμαράκη. Και οι δύο πλευρές τον αποδέχονται ως φερέγγυο μεσολαβητή και τον αποκαλούν «αξιόπιστο αγγελιοφόρο». Παλιός μαθητής του κ. Κ. Μητσοτάκη ο βουλευτής της Β΄ Αθηνών και νέος φίλος του κ. Κ. Καραμανλή έχει «σπουδάσει» καλά την ψυχολογία και των δύο και απεδείχθη ικανός στο να σβήνει φωτιές που είναι πολύ εύκολο να ανάψουν μεταξύ της Ρηγίλλης και της Αραβαντινού.

Το πρώτο βήμα

Το πρώτο βήμα προσέγγισης έγινε από τον πρόεδρο της Ν.Δ. Κάλεσε τον πρώην πρωθυπουργό στη σύσκεψη της Εκτελεστικής Επιτροπής για τη γιουγκοσλαβική κρίση. Ο κ. Κ. Μητσοτάκης πήρε το μήνυμα και χαμήλωσε τους τόνους της κριτικής προς τον κ. Κ. Καραμανλή. Ο κ. Κ. Καραμανλής συνέχισε τα ανοίγματα ικανοποιώντας την επιθυμία τού επιτίμου να παραμείνει στην Ευρωβουλή το πολιτικό του παιδί, ο Κωστής Χατζηδάκης. Κάτι που δεν κόστισε και πολύ στον πρόεδρο της Ν.Δ., αφού ο ευρωβουλευτής και νέος είναι και επιτυχημένη θητεία είχε.

Και οι δύο πλευρές συμφωνούν, πάντως, ότι ο καταλύτης για τη νέα καλή περίοδο ήταν ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία. Ο κ. Κ. Καραμανλής κατάλαβε ότι με την ενεργό ενασχόληση του κ. Κ. Μητσοτάκη στο θέμα αυτό μόνον κέρδη θα μπορούσε να εξασφαλίσει. Άδραξε λοιπόν την ευκαιρία και άρχισε να πλέκει το εγκώμιο του επιτίμου, κατηγορώντας παράλληλα την κυβέρνηση καθ’ όλη την προεκλογική περίοδο ότι δεν αξιοποιεί τις δυνατότητες του κ. Κ. Μητσοτάκη για το καλό της χώρας.

Τόσο στη Ρηγίλλης όσο και στην Αραβαντινού, δεν προβλέπουν την πρόκληση νέου «θερμού επεισοδίου» τους προσεχείς μήνες μεταξύ των κ. Κ. Καραμανλή και κ. Μητσοτάκη. Το κρίσιμο ζήτημα όμως για τις σχέσεις στο μέλλον δεν είναι η Προεδρία της Δημοκρατίας. «Αυτό θα τον ενοχλήσει, αλλά δεν καίγεται κιόλας και, ούτως ή άλλως, είναι αρκετά ευπρεπής για να δημιουργήσει πρόβλημα επειδή δεν προτάθηκε για Πρόεδρος», λένε οι συνομιλητές του πρώην πρωθυπουργού. Το μεγάλο πρόβλημα ακούει στο όνομα Αντώνης Σαμαράς. «Εάν γυρίσει πίσω στο κόμμα ο Σαμαράς, ακόμη και αν αυτό γίνει την 12η ώρα, δηλαδή τις παραμονές των εθνικών εκλογών, εμείς θα φύγουμε». Αυτό έχουν διαμηνύσει στον πρόεδρο της Ν.Δ. ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και η Ντόρα Μπακογιάννη, καθώς και αρκετοί φίλοι τους που είναι έτοιμοι να τους ακολουθήσουν. Και ο κ. Κ. Καραμανλής δείχνει να έχει πεισθεί ότι το εννοούν.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “ΤΑ ΝΕΑ “