Η κυβέρνηση τραυματίζει τους θεσμούς

Γιάννης Πολίτης
Δημοσιεύθηκε Δεκέμβριος 14, 1998, 3:51 μμ
8 secs

ΕΧΕΙ ΚΑΤΕΒΕΙ από το βήμα της Συνδιάσκεψης πριν από μία ώρα. Μιας Συνδιάσκεψης που τα δυόμισι χιλιάδες μέλη της τον αποθέωσαν, χειροκροτώντας ακατάπαυστα υπό τους ήχους της μουσικής του Σταμάτη Σπανουδάκη. Μπαίνει στο γραφείο του, στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας, με την ικανοποίηση του πολεμιστή μετά τη μάχη και με το πλατύ χαμόγελο του ανθρώπου που τα πράγματα στη ζωή του πάνε καλά. «Έχεις φάει; Εγώ είμαι νηστικός, σε πειράζει να φάμε ένα σάντουιτς πριν αρχίσουμε;», μας λέει με την αμεσότητα και την άνεση που τον χαρακτηρίζει στην συμπεριφορά του. Μια αμεσότητα που διευκολύνει την συνέντευξή μας, στην οποία μιλάει για όλους και για όλα: για τους στόχους του, για την πορεία του κόμματος, για τους διαγραφέντες, για τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και τον Αντώνη Σαμαρά, ενώ τοποθετείται ανοιχτά εναντίον των καταλήψεων στα σχολεία και το κλείσιμο των εθνικών οδών από τους αγρότες. Η συζήτησή μας ξεκινάει με αυτοκριτική: «Λένε πολλοί ότι πάμε καλά. Εγώ λέω ότι πρέπει να πάμε ακόμα καλύτερα», τονίζει ο πρόεδρος της Ν.Δ. στέλνοντας μήνυμα στα στελέχη του, ότι δεν επιτρέπεται ο εφησυχασμός επειδή πήγαν καλά οι δημοτικές και τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων δίνουν σαφές προβάδισμα στο κόμμα. Σπεύδει να προβλέψει με σιγουριά ότι ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης δεν θα προχωρήσει στην ίδρυση κόμματος: «Ένας άνθρωπος με την εμπειρία, την ευφυΐα και το ιστορικό παρελθόν τού πρώην πρωθυπουργού, δεν διανοείται τέτοια πράγματα». Και αυτό μολονότι οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ένα τέτοιο κόμμα θα το ψήφιζε το 8,1% των ψηφοφόρων. «Εξακολουθώ να έχω αισθήματα στενοχώριας», λέει για τα κορυφαία στελέχη που διέγραψε από το κόμμα του, ξεκαθαρίζει όμως ότι «δεν τίθεται θέμα επιστροφής τους στη Ν.Δ.». Αντίθετα, αποφεύγει να αποκλείσει κατηγορηματικά το ενδεχόμενο επιστροφής τού Αντώνη Σαμαρά και του Ανδρέα Ανδριανόπουλου στις εθνικές εκλογές. Στα ερωτήματά μας και για τους δύο απαντά σιβυλλικά και εσκεμμένα δεν πείθει τον συνομιλητή του ότι η πόρτα τής Ρηγίλλης για τον πρόεδρο της «Άνοιξης» είναι κλειστή όπως και το παράθυρο για την επανένταξη του Ανδρέα Ανδριανόπουλου στο κόμμα. Η ικανοποίηση την οποία αισθάνεται και δείχνει ο Κώστας Καραμανλής δεν είναι μόνον επειδή πέτυχε να αποκαταστήσει την ηρεμία στην Ρηγίλλης, αλλά γιατί είναι καλά στην προσωπική του ζωή από τότε που πήρε την απόφαση να παντρευτεί. Αφού μας συστήνει να ακολουθήσουμε το παράδειγμά του και γρήγορα λέει με χαμόγελο ότι η παρουσία τής συζύγου του δίπλα του τον κάνει ανθρώπινα καλύτερο.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Κύριε πρόεδρε, αυτή η συνδιάσκεψη τι σηματοδοτεί για την πορεία του κόμματός σας;

Κ. ΚΑΡΑΜΑΝΛΗΣ: Η συνδιάσκεψη γίνεται κατ’ αρχήν σύμφωνα με τις καταστατικές μας επιταγές. Κατά δεύτερον, γίνεται σε μια ­ εκτιμώ ­ ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο, όπου η κυβέρνηση Σημίτη έχει διανύσει περισσότερο από το μισό τού συνταγματικά, εν πάση περιπτώσει, κατοχυρωμένου βίου της και το βασικό συμπέρασμα είναι ότι δεν έχει μπορέσει να επιδείξει αποτελεσματικότητα στην αντιμετώπιση των μεγάλων προβλημάτων που έχει η ελληνική κοινωνία. Αυτό σημαίνει ότι η Εθνική Συνδιάσκεψη δεν είναι απλώς μια συγκέντρωση κομματικών παραγόντων από όλη την Ελλάδα. Είναι ανταλλαγή απόψεων, αλλά είναι συνάμα ­ και αυτή είναι η κύρια αποστολή της ­ μια ορμητική πολιτική προσπάθεια που πρέπει να αναλάβει η Νέα Δημοκρατία. Σας λέω ορμητική πολιτική προσπάθεια, γιατί θέλω ευθύς εξαρχής να βάλω το πλαίσιο της κουβέντας. Και το πλαίσιο της κουβέντας είναι αυτοκριτικό.

Λένε πολλοί ότι πάμε καλά. Εγώ λέω ότι πρέπει να πάμε ακόμα καλύτερα. Η Εθνική Συνδιάσκεψη δίνει ένα αρκετά σημαντικό περιθώριο παρουσίασης απόψεων από όλες τις πλευρές της Ελλάδος και από ανθρώπους που προέρχονται από παραγωγικές τάξεις και που έχουν πολύ μεγάλη συμμετοχή. Η Αυτοδιοίκηση έχει επίσης πολύ μεγάλη συμμετοχή. Πιστεύω ακράδαντα ότι θα εμπλουτίσουν πολύ τον προβληματισμό μας, κυρίως σε ό,τι αφορά την πολιτική στόχευση, αλλά και την αναγκαία ανανέωση της οργανωτικής μας δομής.

ΕΡ.: Είστε ο πρώτος πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας που δεν αμφισβητείται για μεγάλη περίοδο, από στελέχη του κόμματος. Αυτό είναι δικό σας επίτευγμα ή συνειδητοποίησαν τα στελέχη ότι αυτό το κόμμα για να επιβιώσει και να κυβερνήσει πρέπει να βάλει τέλος στην εσωστρέφεια;

ΑΠ.: Θα σας έλεγα το εξής: ότι είναι η ωρίμανση μιας παράταξης και των εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων που την συνθέτουν, που έχουν βιώσει, και μάλιστα με τραυματικό τρόπο, μακρά περίοδο εσωστρέφειας και μιζέριας. Κατά συνέπεια, δεν είναι επίτευγμα κανενός προσωπικά, ούτε του ομιλούντος. Είναι η βαθύτερη συνειδητοποίηση ότι πρέπει να ξεχωρίσουμε και να διακρίνουμε τα μείζονα από τα ελάσσονα. Τα ανθρώπινα, πάντα υπάρχουν και πάντα θα υπάρχουν. Και κανένας δεν μπορεί να επιδιώξει ­ και είναι επικίνδυνοι αυτοί που λένε ότι το επιδιώκουν ­ να μεταβάλει την ανθρώπινη φύση. Αλλά είναι συνάμα αναγκαίο σε ανθρώπους που υπηρετούν τον δημόσιο βίο από οποιαδήποτε θέση, να μπορούν να κάνουν αυτήν την στοιχειώδη διάκριση στην κλίμακα των ιεραρχήσεών τους. Και νομίζω σήμερα η παράταξή μας παρουσιάζει πολύ ισχυρά δείγματα υγείας σε αυτή την κατεύθυνση.

ΕΡ.: Πιστεύετε τώρα, ένα χρόνο αργότερα, ότι οι διαγραφές ήταν από τα σημαντικότερα όπλα που χρησιμοποιήσατε για να πετύχετε την εσωκομματική ηρεμία;

ΑΠ.: Να σας πω κατ’ αρχήν ότι δεν ήταν όπλο. Και δεύτερον, ότι εξακολουθώ να έχω αισθήματα στενοχώριας. Είναι μια πολύ δυσάρεστη και δύσκολη απόφαση. Απλώς, εκτιμώ, και σήμερα όπως και τότε, ότι ήταν μια αναγκαία, δύσκολη κίνηση, ακριβώς για να μη διολισθήσουμε πάλι στα γνώριμα χαρακτηριστικά της εσωστρέφειας, που τραυμάτισαν καίρια την παράταξη αυτή επί μακρόν.

ΟΙ ΔΙΑΓΡΑΦΕΝΤΕΣ

ΕΡ.: Τώρα που είστε ισχυρός, ιδιαίτερα μετά την επιτυχία στις δημοτικές εκλογές, κάποιοι λένε ότι είναι η στιγμή να επιστρέψουν οι διαγραφέντες. Είστε έτοιμος για κάτι τέτοιο;

ΑΠ.: Δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα, κύριε Πολίτη.

ΕΡ.: Να υποθέσω ότι δεν έχει τύχη για επιστροφή στο κόμμα και ο κ. Ανδριανόπουλος ή υπάρχει πάντα ένα παράθυρο ανοιχτό για εκείνον;

ΑΠ.: Δεν θα το έβαζα σε προσωπική βάση το ζήτημα.

ΕΡ.: Κρατάμε, λοιπόν, ανοικτό το παράθυρο για τον κ. Ανδριανόπουλο;

ΑΠ.: Δεν σας μίλησα για παράθυρο.

ΕΡ.: Για τον Αντώνη Σαμαρά κλείσατε την πόρτα στις ευρωεκλογές. Την έχετε αφήσει όμως περίπου ανοιχτή για τις εθνικές εκλογές. Ισχύει αυτό;

ΑΠ.: Ούτε για πόρτες μίλησα.

ΕΡ.: Μήπως για το ενδεχόμενο της επιστροφής Σαμαρά, σας έχει θορυβήσει η προειδοποίηση του κ. Μητσοτάκη ότι θα κάνει δικό του κόμμα;

ΑΠ.: Νομίζω ότι σας έχω δώσει δείγματα πως δεν φοβάμαι. Αλλά δεν είναι εκεί το θέμα. Το βαθύτερο ζήτημα είναι πώς μια παράταξη μπορεί να συσπειρώνει όλες τις ευρύτατες κοινωνικές της δυνάμεις, πώς μπορεί να προσελκύει νέες εκφράσεις στις βασικές της πολιτικές αρχές και δεν είναι τόσο πολύ ζήτημα συστράτευσης απλώς επωνύμων.

Ο Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ

ΕΡ.: Το 8% που συγκεντρώνει ο κ. Μητσοτάκης στην περίπτωση κόμματος, δεν είναι στοιχείο που πρέπει να θορυβεί την παράταξή σας;

ΑΠ.: Νομίζω πως όχι. Και σε κάθε περίπτωση, μια και επιμένετε στο συγκεκριμένο ζήτημα, είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι ένας άνθρωπος με την εμπειρία, την ευφυΐα και το ιστορικό παρελθόν τού πρώην πρωθυπουργού, δεν διανοείται τέτοια πράγματα.

ΕΡ.: Η προσωπική – κοινωνική σας σχέση με τον κ. Σαμαρά είναι καλή;

ΑΠ.: Κύριε Πολίτη, θα σας πω κάτι. Υπερηφανεύομαι ότι μέχρι στιγμής τουλάχιστον έχω καταφέρει τις όποιες πολιτικές διαφωνίες ή διαστάσεις απόψεων, ποτέ να μην τις έχω προσωποποιήσει. Αυτό αφορά όλους, ακόμα και εκείνους που βρίσκονται σε άλλα κόμματα, κατά μείζονα λόγο με εκείνους που έχω συμπορευθεί επί μακρόν. Και αυτό που σας λέω τώρα, αγγίζει ­ αν θέλετε, καλύπτει ­ και την συγκεκριμένη περίπτωση που αναφέρατε.

ΕΡ.: Κρατώ λοιπόν, ότι το όποιο άνοιγμά σας γίνει στο μέλλον σε άλλους πολιτικούς χώρους και στην «Άνοιξη», δεν θα υπαγορευτεί από προειδοποιήσεις ή πιέσεις στελεχών, αλλά από τη δική σας βούληση ότι μια τέτοια κίνηση εξυπηρετεί.

ΑΠ.: Η μεγάλη αγωνία που έχουμε και η μεγάλη στόχευση που επιχειρώ να υλοποιήσω, είναι προσκλητήριο προς ευρύτατες κοινωνικές δυνάμεις. Όχι σε κόμματα ούτε σε πρόσωπα.

ΕΡ.: Αν είστε το πρώτο κόμμα στις ευρωεκλογές θα αλλάξετε την αντιπολιτευτική τακτική; Δηλαδή, θα ζητάτε με κάθε ευκαιρία πρόωρες εκλογές ή θα συνεχίσετε με τον ίδιο τρόπο;

ΑΠ.: Κατ’ αρχήν, δεν ξέρω τι θα γίνει στις ευρωεκλογές. Είμαι από φύση συγκρατημένα αισιόδοξος. Και αυτό το ξέρετε, γιατί αποφεύγω τις θριαμβολογίες, κυρίως όμως τις προβλέψεις. Και το χειρότερο που μπορεί να κάνει οποιοσδήποτε έχει την ιδιότητα που έχω, είναι να προσπαθεί να δημιουργεί κλίμα υπεραισιοδοξίας, άρα και επανάπαυσης και εφησυχασμού. Ενώ, αντίθετα, εκείνο που πρέπει να έχουμε είναι τη διαπνοή της αγωνίας πώς θα γίνουμε καλύτεροι και πειστικότεροι προς τους συμπολίτες μας. Θέλω, επίσης, να σας πω ότι αισθάνομαι πως, σε γενικές τουλάχιστον γραμμές, η πολιτική στρατηγική την οποία ακολουθούμε, επιβεβαιώνεται στην ορθότητά της, κατά συνέπεια δεν έχει λόγο ν’ αλλάξει από τα όποια συγκυριακά φαινόμενα.

ΕΡ.: Βλέπτε διπλές εκλογές τον Ιούνιο;

ΑΠ.: Με βάζετε στη λογική των προβλέψεων. Κι εσείς καλά κάνετε, γιατί κάνετε τη δουλειά σας. Από τη δική μου πλευρά, θα το αποφύγω. Εν πάση περιπτώσει, να σας πω ότι ούτε να το αποκλείσει κανείς, αυτή την ώρα, μπορεί, ούτε να το προβλέψει.

ΕΡ.: Με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας τι θα κάνετε, αν το ΠΑΣΟΚ καταλήξει και πάλι στον κ. Στεφανόπουλο; Πληθαίνουν οι φωνές στο ΠΑΣΟΚ, αλλά και ο ίδιος ο Πρωθυπουργός το έχει πει, ότι είναι πολύ πιθανόν να προτείνει και πάλι τον σημερινό Πρόεδρο.

ΑΠ.: Είναι τελείως εκτός επικαιρότητας αυτό το ζήτημα. Έχει περίπου 1,5 χρόνο ακόμα για να έρθει στην επικαιρότητα. Όμως, εκείνο που θα σας πω είναι ότι μου δίνετε την ευκαιρία να στηλιτεύσω την τακτική που εφαρμόζει ο κ. Σημίτης και άλλα στελέχη της κυβέρνησης, που προφανώς για να ξεπεράσουν, ή, εν πάση περιπτώσει, να απαλύνουν τα εσωκομματικά τους προβλήματα, αρχίζουν να παίζουν με θεσμούς. Το έκαναν σ’ ένα βαθμό, προκαλώντας την ψήφο εμπιστοσύνης στη Βουλή, χωρίς λόγο και αιτία. Και εν μέρει, τραυματίζοντας την ψήφο εμπιστοσύνης. Το κάνουν τώρα με τον κορυφαίο πολιτειακό θεσμό. Και αυτό είναι ακόμα πιο ανησυχητικό και επικίνδυνο.

Πέραν τούτου, νομίζω ότι είναι προσβλητικό και προς τον θεσμό, αλλά και προς έναν άνθρωπο, του οποίου η ακεραιότητα, η σοβαρότητα και ο άψογος τρόπος που ασκεί τα καθήκοντά του, πανθομολογείται.

ΟΙ ΗΛΙΚΙΕΣ

ΕΡ.: Ας υποθέσουμε ότι αύριο είσθε πρωθυπουργός. Ποιοι θα είναι δεξιά σας και αριστερά σας; Ποιοι θα είναι στο πλευρό σας, από τους λεγόμενους σαραντάρηδες;

ΑΠ.: Εκείνο που μπορώ να σας πω είναι ότι τα κριτήρια δεν πρέπει να είναι ηλικιακά, αλλά πρέπει να είναι ποιοτικά και ακόμα λιγότερο συναισθηματικά. Ούτε τους συνομηλίκους του διαλέγει κάποιος ούτε τους φίλους του. Διαλέγει εκείνους που εκτιμά ότι μπορούν να προσφέρουν σημαντικά σε μια τέτοια μεγάλη προσπάθεια. Και αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται μείγμα και εμπειρίας, αλλά και φρέσκιας ορμής. Κυρίως χρειάζεται ανθρώπους που είναι απαλλαγμένοι από τη νοσηρότητα που χαρακτήρισε την τελευταία εικοσαετία τον δημόσιο βίο.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κατ’ ανάγκην πρέπει να είναι νέοι, γιατί, κατά την ίδια λογική, πρέπει να είναι νεώτεροι και εμού. Κι εγώ, ως έναν βαθμό, την έζησα αυτή την περίοδο. Κατά συνέπεια, θα έλεγα ότι είναι περισσότερο χαρακτηριστικά που ο φορέας τους αποδεικνύει ότι μπορεί να τρέξει στο μέλλον. Αυτό έχει συμβεί και σε άλλες χρονικές περιόδους. Καμιά φορά βλέπετε ανθρώπους περασμένης ηλικίας, που έχουν, όμως, τα νιάτα των ιδεών και την ασυμβίβαστη ορμή να προχωρήσουν μια σωστή πολιτική. Και βλέπετε και νέους, οι οποίοι έχουν συμβιβαστεί με τα παρακμιακά φαινόμενα ήδη από πολύ μικρή ηλικία.

ΕΡ.: Επομένως δεν έχουν κανένα λόγο να αγωνιούν οι επόμενοι πενηντάρηδες, που εκδηλώνουν την αγωνία τους με συγκεντρώσεις σε ταβέρνες.

ΑΠ.: Εγώ θέλω να πω το εξής, ότι όλοι μας κάνουμε παρέες και πηγαίνουμε σε ταβέρνες. Μάλιστα, πρέπει να σας πω ότι ήταν πρόθεσή μου ­ επειδή ήμουν προσκεκλημένος, παρ’ ότι μη ακόμα πενηντάρης ­ να πάω, γιατί είναι όλοι καλοί μου φίλοι και θα περνάγαμε και πολύ καλά. Έτυχε να είμαι στο εξωτερικό εκείνη την ημέρα. Δεν αποδίδω, λοιπόν, πολιτική σημασία. Σε κάθε περίπτωση έχουμε λόγο όλοι μαζί να ανησυχούμε για την πορεία του τόπου και την πορεία της παράταξης.

ΕΡ.: Προηγείσθε, σύμφωνα με την τελευταία δημοσκόπηση, στην πρόθεση ψήφου. Αλλά σε ορισμένα ερωτήματα για την αξιοπιστία δεν κερδίζετε. Αυτό σημαίνει ότι σε κάποιους από τους τομείς δεν είναι πειστική η πρότασή σας για την διακυβέρνηση της χώρας;

ΑΠ.: Ακούστε. Οι μετρήσεις της κοινής γνώμης είναι πολύ χρήσιμο, αναλυτικό εργαλείο. Το έχουμε πει πολλές φορές. Δεν είναι όμως το θέσφατο, ούτε και το αυθεντικό εργαλείο ερμηνείας πολιτικών φαινομένων. Κατά συνέπεια, θα περιορισθώ σε μια γενική παρατήρηση. Αναμφισβήτητα έχουμε δρόμο μπροστά μας. Κυρίως στην κατεύθυνση τού να πείσουμε μια ευρύτατη κοινωνική πλειοψηφία ότι όχι μόνο αξίζει να καταψηφίσουν μια εμφανώς ανεπαρκή κυβέρνηση, αλλά έχουν κάθε λόγο να υπερψηφίσουν και να στηρίξουν την επόμενη ημέρα των εκλογών μια εφαρμοσμένη πολιτική, που έχει συγκεκριμένη στόχευση σ’ όλους τούς επί μέρους τομείς. Νομίζω ότι γίνεται καλή δουλειά, αλλά σημαίνει ότι έχουμε ακόμα πορεία να διανύσουμε, για να διαμορφώσουμε αυτό το κλίμα σχέσεων εμπιστοσύνης με τους πολίτες σε όλους τους τομείς.
ΕΡ.: Ο έγγαμος βίος είναι ­ αυτό που λέμε ­ ανθόσπαρτος;

ΑΠ.: Πάντως, μιλώντας με έναν δημοσιογράφο με τον οποίο γνωριζόμαστε αρκετά χρόνια, θα του συνιστούσα να το κάνει γρήγορα. Είναι μια ποιοτική αναβάθμιση.

ΕΡ.: Παίρνω στα σοβαρά τη συμβουλή σας. Πολλοί φίλοι σας λένε πάντως ότι αν γνωρίζατε εκ των προτέρων πόσο πολύ έχει βελτιώσει τη δημόσια εικόνα σας η σύζυγός σας θα είχατε σπεύσει να παντρευτείτε νωρίτερα.

ΑΠ.: Θα είχα σπεύσει να παντρευτώ, πράγματι, νωρίτερα, όχι για τους λόγους που λέτε, αλλά γιατί πράγματι αισθάνομαι ότι με κάνει ανθρώπινα καλύτερο η παρουσία και η επιρροή της συζύγου μου.
ΕΡ.: Αν ήσασταν πρωθυπουργός και οι μαθητές καταλάμβαναν τα σχολεία, κάτι το οποίο έχει συμβεί σ’ όλες τις κυβερνήσεις. Τι θα κάνατε;

ΑΠ.: Χαίρομαι για την ερώτηση, γιατί το θέμα είναι να μη φτάσει ο οποιοσδήποτε πρωθυπουργός σε μια τέτοια έκρυθμη κατάσταση. Πολιτική, άλλωστε, σ’ έναν βαθμό, είναι η προσπάθεια να επιχειρήσει κανείς να προβλέψει τις πολιτικές εξελίξεις. Εκείνο, λοιπόν, μια και θίγετε το θέμα Παιδεία, που είναι κορυφαία προτεραιότητα και κορυφαία δική μας επιλογή, εκείνο που προέχει σήμερα δεν είναι ακόμα μια ­ με ή χωρίς εισαγωγικά ­ μεταρρυθμιστική προσπάθεια ­ ασχέτως των καλών προθέσεων ­ αλλά είναι ανάγκη να ξεκαθαρίσουμε μέσα από έναν ευρύτατο εθνικό διάλογο, ποια θα είναι η πολιτική για την Παιδεία στα επόμενα είκοσι χρόνια. Φαίνεται τραβηγμένο όταν το λέω, αλλά επίτηδες διαλέγω τέτοια μακρόχρονη προοπτική, γιατί αυτό θα δεσμεύσει όχι μόνο πρόσωπα, αλλά και κυβερνήσεις και πολιτικές παρατάξεις και κοινωνικούς φορείς και όλους τους ενδιαφερόμενους, ότι στα βασικά σημεία σε ό,τι αφορά την Παιδεία δεν θα κάνουμε πια πειράματα.

Είναι πολύ διδακτική η εκπαιδευτική μεταπολιτευτική 25ετία. Καταφέραμε να κάνουμε τη μεγάλη κατάκτηση της Δημοκρατίας. Σε επίπεδο όμως αποτελεσματικότητας είχαμε πολύ μεγάλες απώλειες. Κι ένας τομέας που είναι χαρακτηριστικότερες αυτές οι απώλειες, είναι ο τομέας της Παιδείας. Σήμερα, υπάρχει αντίδραση, που είναι δικαιολογημένη για τη συγκεκριμένη δήθεν «μεταρρύθμιση» που επιχειρείται μια συρραφή προχειρότητας και ερασιτεχνισμού. Αγγίζει όμως και τη βαθύτερη ανασφάλεια των πολιτών, των νέων ανθρώπων και των οικογενειών τους. Ότι δηλαδή, «στου κασσίδη το κεφάλι» επιχειρεί ο εκάστοτε πρωθυπουργός ή υπουργός να εφαρμόσει τις δικές του ιδέες. Δεν γίνεται έτσι. Είναι φανερό.

ΕΡ.: Πώς θα το κάνετε αυτό; Πώς θα πείθατε μαθητές και δασκάλους;

ΑΠ.: Μ’ έναν εθνικό διάλογο, ο οποίος μπορεί να έπαιρνε και χρόνο. Γιατί χρειάζεται χρόνος για να σπάσουν αμοιβαίες καχυποψίες και αγκυλώσεις. Αλλά όταν έρθει η ώρα της εφαρμογής, θα ήθελα να ξέρω ότι υπάρχει τουλάχιστον στα βασικά, στα κομβικά σημεία, συναποδοχή. Και όπως έχω πει τελευταία, ειδικά στον τομέα της Παιδείας είμαστε διατεθειμένοι να βάλουμε νερό στο κρασί μας, ακόμα και στη δική μας προγραμματική πρόταση. Γιατί προέχει ειδικά στον χώρο αυτό να πετύχουμε το μακρόπνοο. Να πετύχουμε τη συνέπεια και τη συνέχεια διαχρονικά. Πέρα από πρόσωπα, πέρα από κυβερνήσεις.

ΕΡ.: Τώρα, εδώ που έχει φτάσει ο κόμπος στο χτένι, ζητάτε από την κυβέρνηση να πάρει πίσω τη μεταρρύθμιση και να κάνει εθνικό διάλογο. Ζητάτε και από τους μαθητές να σταματήσουν τις καταλήψεις;

ΑΠ.: Βέβαια. Αυτά μαζί πηγαίνουν. Αλλά το ζήτημα είναι το εξής: ότι αυτή την ώρα, αν δεν το κάνει αυτό η κυβέρνηση, πρώτα απ’ όλα, η μεν χρονιά αυτή που διανύουμε θα πάει χαμένη για όλους. Ο κίνδυνος της διεύρυνσης της κοινωνικής αναστάτωσης είναι τόσο ορατός, που μπορεί να πιθανολογηθεί μέχρι και βεβαιότητας. Και αυτό σημαίνει ότι θα πολλαπλασιασθούν τα προβλήματα. Είναι ανάγκη, λοιπόν, να επανεκτιμήσει η κυβέρνηση την κατάσταση. Να κάνει πίσω στο συγκεκριμένο ζήτημα. Και να δεσμευθεί για να αρχίσουμε έναν εθνικό διάλογο, αφού πρώτα συμφωνήσουμε στη διαδικασία. Αλλά εθνικό διάλογο, που θα είναι ουσίας και όχι προσχηματικός. Είμαι υποχρεωμένος να το πω αυτό, γιατί, όπως αποδεικνύεται, και ο κοινωνικός διάλογος ­ όπως σήμερα ομολογεί η ίδια η κυβέρνηση ­ ήταν προσχηματικός. Έχουμε να κάνουμε με πολίτες που αυτά τα κόλπα και τα τερτίπια τα έχουν μάθει. Και είναι πολύ πιο μπροστά από τον δημόσιο λόγο και τις δημόσιες συμπεριφορές. Είναι, λοιπόν, ανάγκη να κάνουμε ουσιαστική υπέρβαση σ’ αυτές τις πεπαλαιωμένες συμπεριφορές, για να ανακτήσουμε τουλάχιστον τη διαδικαστική ψήφο εμπιστοσύνης, πριν πάμε στην πολιτική ουσία.

ΕΡ.: Και για τις αγροτικές κινητοποιήσεις, θα καλούσατε και τους αγρότες να μην κλείσουν τους δρόμους;

ΑΠ.: Όπως ξέρετε, αυτό το έχω κάνει επανειλημμένα, στενοχωρώντας μάλιστα καλούς πολιτικούς ή και προσωπικούς φίλους. Αλλά πιστεύω ότι ο τρόπος διεκδίκησης, ακόμα κι αν δεν είναι απόλυτα δικαιολογημένος, οι αγρότες έχουν πολλά δίκια με το μέρος τους.

Γιατί πράγματι η κυβέρνηση ­ η πολιτική Σημίτη ­ είναι κυβέρνηση παντελούς παραμέλησης ενός πολύ κρίσιμου τομέα, που εγκυμονεί και πολλά κοινωνικά προβλήματα. Και μεταξύ των άλλων και την ερήμωση της ελληνικής περιφέρειας. Δεν συμφωνώ όμως με τέτοιες μορφές διεκδίκησης, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν τιμωρείς έτσι μια κυβέρνηση, αλλά τιμωρείς τους συμπολίτες σου, οι οποίοι αγωνιούν για τον επιούσιο.
ΓΙΑ ΛΟΓΙΣΤΙΚΕΣ αλχημείες κατηγορεί ο κ. Κ. Καραμανλής την κυβέρνηση προκειμένου να πετύχει τους στόχους της ΟΝΕ. Όσο για τον προϋπολογισμό, του οποίου η συζήτηση αρχίζει αυτή την εβδομάδα στη Βουλή, λέει ότι «ξεπερνά κάθε όριο και τα τεχνάσματα λογιστικής τα συναποδεχόμαστε μέχρι ενός σημείου». Τονίζει ότι είναι ανάγκη για μεγάλες διαρθρωτικές αλλαγές και μιλά για φιάσκο στην Ολυμπιακή, την Ιονική και τα ΚΑΕ. Ζητεί φορολογική μεταρρύθμιση που να ελαφρύνει τους οικονομικά ασθενέστερους. Κατηγορεί την κυβέρνηση για αναξιοπιστία και ότι επιχειρεί να κάνει λίγες αποκρατικοποιήσεις και αυτές υπό το «κράτος φοβίας και ανασφάλειας και εσωκομματικών ισορροπιών».

ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ

ΕΡ.: Δεν θα μπορούσε μέσα σ’ αυτή τη συγκυρία να χαρακτηρίσει κάποιος τον φετινό προϋπολογισμό πετυχημένο;

ΑΠ.: Ο προϋπολογισμός του 1999 εξυπηρετεί την υποτιθέμενη «ανάγκη» να παρουσιάσουμε ότι πράγματι πηγαίνουμε να πετύχουμε τα ονομαστικά κριτήρια σύγκλισης. Έχουμε πει πολλές φορές ότι εμείς, ως κόμμα κατ’ αρχήν ευρωπαϊκού προσανατολισμού, θέλουμε να μπούμε στην ΟΝΕ, πρέπει να μπούμε στην ΟΝΕ και θα μπούμε τελικά στην ΟΝΕ. Αλλά τι χώρα βάζουμε στην ΟΝΕ; Αυτό είναι ένα τρομακτικό ερώτημα. Μια χώρα λαχανιασμένη; Μια χώρα ουραγό; Μια χώρα που θα παριστάνει ότι βρίσκεται σε ευρωπαϊκή τροχιά, αλλά θα έχει αυξανόμενα φαινόμενα τριτοκοσμικής υφής, κυρίως σε ό,τι αφορά τη λειτουργία του κράτους; Λειτουργία καίριων τομέων που αφορούν την κοινωνική διάσταση, παιδεία, υγεία κ.ο.κ.; Αυτός είναι ο μεγάλος μου προβληματισμός. Και δεν βλέπω την πολιτική της κυβέρνησης να εξυπηρετεί αυτόν τον στόχο. Απεικόνιση τούτου δίνει και ο προϋπολογισμός στον οποίο αναφερθήκατε.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “ΤΑ ΝΕΑ “