Παρέμβαση Έβερτ

Γιάννης Πολίτης
Δημοσιεύθηκε Σεπτέμβριος 22, 1997, 5:51 μμ
1 sec

Ο Μιλτιάδης Έβερτ από την ημέρα που παρέδωσε την ηγεσία του κόμματος επέλεξε τον δρόμο της σιωπής. Απέφυγε τις δηλώσεις και τις παρεμβάσεις επί παντός του επιστητού και πολύ περισσότερο απέφυγε τις αιχμές και τις επικρίσεις για τον νέο πρόεδρο του κόμματος. Έτσι, όλο αυτό το διάστημα αξιοποίησε το χρόνο του δημιουργικά.

Κατέγραψε τις απόψεις του για τα κρίσιμα εθνικά μας θέματα, το Κυπριακό, το Σκοπιανό και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αλλά και τη νέα περίοδο στη Βαλκανική και την πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όλα αυτά περιέχονται στο βιβλίο του με τον τίτλο «Ο κόσμος που έρχεται», το οποίο θα παρουσιαστεί μεθαύριο Τετάρτη στις 12 το μεσημέρι στην παλιά Βουλή.

Ο πρώην πρόεδρος της Ν.Δ., στον πρόλογο του βιβλίου επισημαίνει ότι «όποτε η Ελλάδα υπήρξε ενωμένη με ενιαία εθνική πολιτική, μεγαλούργησε. Κάθε φορά που οι αντιπαλότητες και οι φιλοδοξίες τη διαιρούσαν και τη δίχαζαν, η Ελλάδα οδηγείτο σε κρίσεις και σε εθνικές περιπέτειες. Ούτε τα επιτεύγματα του Ελληνισμού ούτε τις χαμένες ευκαιρίες και τις εθνικές συμφορές δικαιούται κανείς να ξεχνά. Αποτελούν παραδείγματα, τα πρώτα προς μίμηση και τα δεύτερα προς αποφυγή».

ΕΛΛΕΙΨΗ ΟΜΟΨΥΧΙΑΣ

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει ο κ. Μ. Έβερτ στην έλλειψη εθνικής ομοψυχίας που υπάρχει συνήθως στην αντιμετώπιση των μεγάλων προβλημάτων της χώρας: «Τα εθνικά ζητήματα και η οικονομική κατάσταση αποτέλεσαν διαχρονικά τους δύο βασικούς άξονες των προβλημάτων της Ελλάδας. Η χώρα μας, λόγω της γεωγραφικής θέσης της, του περιβάλλοντος χώρου και του μεγέθους της, έχει ζήσει μέχρι σήμερα σύντομες περιόδους ειρήνης και σταθερότητας και μακρά διαστήματα πόλεμου, κατοχής και απειλητικών κινδύνων για την ακεραιότητά της», τονίζει χαρακτηριστικά και προσθέτει: «Τα αλλεπάλληλα και μεγάλα εθνικά προβλήματα είχαν σαν συνέπεια να εγείρονται σοβαρές εσωτερικές αντιθέσεις όσον αφορά τον τρόπο αντιμετώπισης των κρίσεων και των προκλήσεων. Και συχνά να οδηγείται η χώρα σε αστάθεια, εσωτερικές κρίσεις, ανώμαλες πολιτικές καταστάσεις, ακόμη και σε εμφύλιο σπαραγμό. Με τελικό αποτέλεσμα να χάνονται εθνικές ευκαιρίες και να μην μπορεί η Ελλάδα να επιτύχει ταχύρρυθμη οικονομική ανάπτυξη που αντικειμενικά μπορούσε».

Ο πρώην πρόεδρος της Ν.Δ. στο βιβλίο του αναφέρεται λεπτομερώς στη μεγάλη ευκαιρία που έχει σήμερα η χώρα να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στη Βαλκανική: «Βασική προϋπόθεση όμως ­ τονίζει ­ είναι να μην εμφανίζεται διαρκώς η Ελλάδα ως αντίδικος η διάδικος. Αντιθέτως, να αποτελεί την ατμομηχανή της βαλκανικης προσπάθειας». Και για να ενισχύσει την επιχειρηματολογία του, ο κ. Μ. Έβερτ παραθέτει ένα εντυπωσιακό στοιχείο: «Η οικονομική υπεροχή της χώρας έναντι των χωρών της Βαλκανικής επισημαίνει το εύρος των δυνατοτήτων της». Το εθνικό εισόδημα της χώρας μας ανέρχεται στα 115 δισ. δολάρια και είναι πολύ μεγαλύτερο από το άθροισμα του εθνικού εισοδήματος όλων των χωρών της Βαλκανικής (Ρουμανία, Βουλγαρία, Γιουγκοσλαβία, Αλβανία, Σκόπια, Βοσνία) που φθάνει τα 81 δισεκατομμύρια δολάρια».

Ο κ. Μ. Έβερτ καταλήγει με τη διαπίστωση ότι «είναι άμεσα επιβεβλημένη και απόλυτα εφικτή η χάραξη μιας ενιαίας πανεθνικής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής». Και προτείνει «η αρχή να γίνει σήμερα με την επαναλειτουργία του άτυπου Συμβουλίου των πολιτικών αρχηγών. Με την αναθεώρηση ωστόσο του Συντάγματος, είναι επιτέλους ανάγκη να θεσμοθετηθεί Εθνικό Συμβούλιο Εξωτερικής και Αμυντικής Πολιτικής, το οποίο υπό την προεδρία του Προέδρου της Δημοκρατίας και με τη συμμετοχή των αρχηγών των κομμάτων των αναγνωριζομένων από τη Βουλή, των υπουργών Εξωτερικών και Εθνικής Άμυνας και του αρχηγού ΓΕΕΘΑ, να συνεδριάζει σε τακτά χρονικά διάστημα, αλλά και έκτακτα, όποτε το ζητήσει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο Πρωθυπουργός ή το σύνολο της αντιπολίτευσης».

«ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟ» χαρακτηρίζει ο κ. Μ. Έβερτ τον διάλογο εφ’ όλης της ύλης που επιχειρεί η Άγκυρα και προτείνει:

«Αυτό που θα μπορούσε να εξετασθεί, έως ότου ωριμάσουν οι συνθήκες στην Τουρκία για μια προσέγγιση με την Ελλάδα, είναι η υπογραφή ενός ελληνοτουρκικού Συμφώνου μη Επίθεσης, χωρίς τις αόριστες ­ και, συνεπώς, επικίνδυνες ­ διατυπώσεις της Μαδρίτης, που να συνδυάζεται και με τη Συμφωνία Παπούλια – Γιλμάζ, της Βουλιαγμένης. Ταυτόχρονα, θα μπορούσε, ενδεχομένως, να αναπτυχθεί διάλογος για ευρύτερα οικονομικά θέματα. Και αυτό μπορεί να βοηθήσει την Τουρκία να αντιληφθεί ότι η δημιουργία προβλημάτων στο Αιγαίο και η κατοχή της Κύπρου, μόνο μειονεκτήματα της προσφέρουν. Προφανώς, όμως, μπορεί να το αντιληφθεί αυτό καλύτερα, εάν και όταν ξεκαθαρίσει η πολιτική και κοινωνική κρίση που τη μαστίζει».

«ΛΑΘΕΜΕΝΗ» χαρακτηρίζει ο κ. Μ. Έβερτ την πολιτική που ακολουθήθηκε στο Σκοπιανό, ώστε να θεωρείται για μία μεγάλη περίοδο το πρώτο εθνικό μας πρόβλημα:

«Η πολιτική ηγεσία του τόπου θέλησε να εκμεταλλευτεί το θέμα, διότι πίστευε ότι η επίλυσή του ήταν εύκολη και θα αποκτούσε κομματικά ή προσωπικά οφέλη. Εσφαλμένα διεκόπη η προσπάθεια μέσω του ΟΗΕ, για να επανέλθουμε στη συνέχεια, αφού χάθηκε πολύτιμος χρόνος. Δεν εκτιμήθηκαν ορθά οι επιπτώσεις από το embargo. Εσφαλμένα το όνομα διαχωρίστηκε από τη συνολική διαπραγμάτευση και μάλιστα χωρίς να έχει λυθεί το κυριότερο θέμα, που είναι τα αλυτρωτικά και ανιστόρητα άρθρα του Συντάγματος των Σκοπίων.

Καθόλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων δημοσιοποιήθηκαν προθέσεις για την αποδοχή σύνθετου ονόματος εκ μέρους της Ελλάδας, όταν από την πλευρά των Σκοπίων ηκολουθείτο σκληρή και άκαμπτη πολιτική. Ήταν φυσικό να μετατεθεί έτσι το κέντρο βάρους υπέρ των Σκοπιανών. Όταν η ελληνική πλευρά αποδέχεται δημόσια τη χρήση του σύνθετου όρου που περιέχει τη λέξη «Μακεδονία» στην ονομασία του γειτονικού κράτους, ενώ τα Σκόπια επιμένουν ανένδοτα στο όνομα «Μακεδονία», είναι μοιραίο να ευνοούνται οι θέσεις των Σκοπίων».

«ΧΩΡΙΣ στόχους ήταν πάντα η πολιτική της Ελλάδος έναντι της Αλβανίας», επισημαίνει στο βιβλίο του ο κ. Μ. Έβερτ και εξηγεί:

«Η πολιτική της Ελλάδας έναντι της Αλβανίας δεν συγκέντρωσε ποτέ την ομόφωνη αποδοχή, κυρίως διότι δεν διέθετε ­ όπως και σε άλλες περιπτώσεις ­ συγκεκριμένους στόχους.

Παλινδρομούσε μεταξύ εθνικισμού και υπέρμετρης αλβανοφιλίας, και δεν κατόρθωσε να εξασφαλίσει ούτε τον Ελληνισμό της Αλβανίας, ούτε και τη συμμετοχή της Ελλάδας, στο βαθμό που θα έπρεπε, στην αναδιοργάνωση της χώρας αυτής.

Η ιδιομορφία στην περίπτωση της Αλβανίας έγκειται ακριβώς στην παρουσία της μεγάλης και ομοιογενούς ελληνικής μειονότητας, που κατόρθωσε, κάτω από τις πλέον ανελέητες συνθήκες της 50ετίας Χότζα, να διατηρήσει την ορθόδοξη θρησκεία, την ελληνική γλώσσα και τα ελληνικά ήθη και έθιμα.

Η Ελλάδα καλείται σήμερα να αναλάβει τις ευθύνες της απέναντι στους ομοεθνείς μας, που φυσικά δεν είναι η εγκατάστασή τους στην Ελλάδα ­ όπως, δυστυχώς, γίνεται τα τελευταία χρόνια ­ αλλά η εξασφάλιση των ανθρώπινων και μειονοτικών δικαιωμάτων τους και προ πάντων η έμπρακτη συμπαράσταση που οφείλει κάθε μητρόπολη στα παιδιά της».

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “ΤΑ ΝΕΑ “

Επόμενο Άρθρο

Σε δύο «ταμπλό»