Τέλος και με τη… βούλα

Γιάννης Πολίτης
Δημοσιεύθηκε Νοέμβριος 29, 2002, 2:51 μμ
6 secs

Έκλεισε οριστικά η τελευταία εκκρεμότητα του κράτους με τον έκπτωτο μονάρχη με τη χθεσινή απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Αυτό δήλωσε ο Πρωθυπουργός αμέσως μετά την έκδοση της απόφασης και παράλληλα κατηγόρησε τη Ν.Δ. ότι ήλπιζε στη δικαίωση των υπερβολικών απαιτήσεων του τέως.

Κώστας Σημίτης: Ο τέως μονάρχης θα έπρεπε να έχει συνείδηση ότι οι ενέργειές του προκάλεσαν ανυπολόγιστη ζημιά στην Ελλάδα, ζημιά που χρειάστηκε δεκαετίες για να ξεπεραστεί
«Κατηγορούσαν την κυβέρνηση για τη ζημία που θα προκαλούσαν στον ελληνικό λαό οι πρωτοβουλίες της και οι επιλογές της. Οι αυθαίρετες αυτές κατηγορίες διαψεύσθηκαν οικτρά», είπε ο Πρωθυπουργός. Και πρόσθεσε: «Το σημερινό αποτέλεσμα πρέπει να συγκριθεί με τις υπέρογκες αξιώσεις του. Η σημερινή οριστική λύση που έδωσε το δικαστήριο πρέπει να συγκριθεί με τη σκανδαλώδη λύση που σε συμφωνία με τον τέως προσπάθησε να επιβάλλει η Ν.Δ. πριν από 10 χρόνια».

Ο Πρωθυπουργός ξεκαθάρισε ότι η Ελλάδα θα καταβάλει την αποζημίωση «γιατί ως μέλος των ευρωπαϊκών οργανισμών θέλουμε οι αποφάσεις του Δικαστηρίου που εμείς δημιουργήσαμε, ακόμη και αν δεν συμφωνούμε με αυτές, να είναι σεβαστές. Πιστεύω ότι ο ηθικά και νομικά υπεύθυνος για τη νομιμοποίηση των πραξικοπηματιών τέως μονάρχης δεν έχει δικαιώματα αποζημίωσης απέναντι στον ελληνικό λαό. Θα έπρεπε να έχει συνείδηση ότι οι ενέργειές του προκάλεσαν ανυπολόγιστη ζημιά στην Ελλάδα, ζημιά που χρειάστηκε δεκαετίες για να ξεπεραστεί».

Ο Ευάγγ. Βενιζέλος

Εκείνος πάντως που είχε ύφος νικητή, και δικαίως, ήταν ο Ευάγγελος Βενιζέλος. Δέχθηκε στο παρελθόν πολλές και σκληρές επιθέσεις, ακόμη και εντός του Υπουργικού Συμβουλίου, για τον νόμο περί βασιλικής περιουσίας που κατήρτισε, ο οποίος κατά τους επικριτές του ήταν η ρίζα του κακού για τα πολλά δισ. που θα έπαιρνε ο τέως και, όπως ήταν φυσικό, χθες το απόγευμα αισθανόταν – και ήταν – απόλυτα δικαιωμένος.

Χάλασαν τα σχέδια

Η απόφαση του δικαστηρίου προκάλεσε μεγάλη αμηχανία στη Ν.Δ., καθώς κορυφαία στελέχη και βουλευτές του κόμματος είχαν πιστέψει τις φήμες των τελευταίων ημερών, ότι η αποζημίωση θα ξεπερνούσε τα 100 εκατομμύρια ευρώ (σχεδόν 35 δισ. δραχμές), και βάσει αυτών των φημών ασκούσαν αντιπολίτευση και ανέμεναν την απόφαση του δικαστηρίου ώστε να επιτεθούν με δριμύτητα στην κυβέρνηση. Ωστόσο, το χαμηλό ποσό της αποζημίωσης δυσκόλεψε τα σχέδια της Ρηγίλλης.

Ο εκπρόσωπος Τύπου της Ν.Δ. κ. Θ. Ρουσόπουλος δήλωσε ότι «ο κ. Σημίτης ισχυρίστηκε πως, ούτε λίγο ούτε πολύ, το ποσό που επιδικάστηκε είναι λίγα χρήματα. Λίγα χρήματα τα 4,6 δισ. με τα οποία θα μπορούσε να αυξηθεί το Επίδομα Κοινωνικής Αλληλεγγύης Συνταξιούχων, το γνωστό ΕΚΑΣ, κατά 3,5% σε έναν χρόνο». Και πρόσθεσε: «Αν αυτή την αντίληψη έχει ο Πρωθυπουργός για την αξία των χρημάτων των Ελλήνων φορολογουμένων, τότε έτσι δικαιολογείται το άθροισμα της σπατάλης, το οποίο γνωρίζουν όλοι πια μετά τις τελευταίες επισημάνσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα οικονομικά του κράτους».

Άμεση ήταν η αντίδραση του κ. Χρ. Πρωτόπαπα: «Οι μνήμες από τους σκανδαλώδεις χειρισμούς υπέρ του τέως που έκανε η κυβέρνηση της Ν.Δ. το 1992 είναι ακόμη νωπές. Χρειάζεται μήπως να τους θυμίσουμε το αίσχος με τα κοντέινερ που έφυγαν τότε από το Τατόι γεμάτα αντικείμενα υψηλής αξίας;».

Και ενώ το κλίμα στη Ν.Δ. είναι και πάλι βαρύ καθώς, όπως παραδέχονται τα ίδια στελέχη της, η κυβέρνηση κατάφερε να κλείσει επιτυχώς ένα ακόμη μέτωπο, στο ΠΑΣΟΚ επικρατεί μεγάλη ικανοποίηση, η οποία διαπερνά όλες τις τάσεις τους κυβερνώντος κόμματος, όπως φάνηκε και από τις δηλώσεις βουλευτών και στελεχών στο περιθώριο της χθεσινής κοινής συνεδρίασης της Κοινοβουλευτικής Ομάδας και της Κεντρικής Επιτροπής του ΠΑΣΟΚ.

Η δήλωση της ημέρας

Βουλευτές και στελέχη σχολίαζαν, μπροστά ή πίσω από τις κάμερες, την απόφαση. Και ασφαλώς, η δήλωση της ημέρας ανήκει στον «πράσινο» Κίμωνα Κουλούρη, ο οποίος είπε ότι τελικά ο τέως κόστισε «όσο και η μεταγραφή τού Μιχάλη Κωνσταντίνου – του Κύπριου ποδοσφαιριστή – στον Παναθηναϊκό». Υπήρξαν κι άλλες πολλές δηλώσεις, αλλά εκείνο που έμεινε ήταν η ανακούφιση για το αποτέλεσμα μιας δίκης, η οποία πέρασε από σαράντα κύματα μέχρι να καταλήξει.

Εκείνοι που γνωρίζουν πάντως το παρασκήνιο έχουν να λένε ότι η κυβέρνηση «έπαιξε» επικοινωνιακά με το θέμα – καθώς γνώριζε ήδη από τη Δευτέρα ότι το ύψος της αποζημίωσης στον τέως «θα ήταν μεταξύ 10 και 20 δισ., αλλά μπορεί και κάτω από 10», όπως ήταν πραγματικά. Διοχετεύθηκε μάλιστα προς τα έξω εντέχνως, για να εκτεθεί η Ν.Δ., ότι το ύψος της επιδικαζόμενης αποζημίωσης θα ήταν 37-40 δισ. Ο στόχος πέτυχε – πολλοί από τη Ν.Δ. κατέφυγαν σε επικρίσεις των λανθασμένων χειρισμών της κυβέρνησης – και αυτό σχολιάστηκε επίσης αρκετά στους διαδρόμους του «Απόλλων», στο Καβούρι.

Το ΚΚΕ

Ο βουλευτής του ΚΚΕ κ. Α. Σκυλλάκος δήλωσε ότι ο Γλύξμπουργκ, και γενικότερα η οικογένειά του, χρωστάει τεράστια ποσά στον ελληνικό λαό, ενώ οι Έλληνες δεν του χρωστούν τίποτε. Και πρόσθεσε ότι το ποσό είναι μικρότερο από ό,τι φοβόταν η Ελλάδα, αλλά δεν είναι ευκαταφρόνητο. Στο ίδιο μήκος κύματος, ο εκπρόσωπος του ΣΥΝ κ. Ν. Βούτσης τόνισε ότι «ο ελληνικός λαός δεν χρωστάει ούτε ένα ευρώ στον έκπτωτο μονάρχη», ενώ είπε ότι ο ΣΥΝ είναι ικανοποιημένος από το ποσό που επιδικάστηκε.
Η αποζημίωση δεν προκαλεί «πονοκέφαλο» στο υπουργείο Οικονομικών
Εκατόν ογδόντα ευρώ ή 60.660 δραχμές το στρέμμα… Το ποσό της αποζημίωσης στον έκπτωτο μονάρχη, σύμφωνα με νομικούς που παρακολουθούν από την πρώτη στιγμή την αντιδικία στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, είναι εξαιρετικά χαμηλότερο από το πόσο που επιδικάζουν σε υποθέσεις απαλλοτριώσεων τα ελληνικά δικαστήρια.

Το ύψος του ποσού δεν προκαλεί τον παραμικρό «πονοκέφαλο» στο οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, το οποίο φαίνεται ότι δεν ανησυχούσε καν για την απόφαση, όπως προκύπτει και από το γεγονός ότι δεν υπήρχε καμία πρόβλεψη στον φετινό προϋπολογισμό για ένα «τεράστιο έξοδο», εκτός προγράμματος. Ενδεικτικές είναι και οι χθεσινές δηλώσεις του υπουργού Οικονομίας κ. Νικ. Χριστοδουλάκη, ο οποίος έκανε λόγο για «εξευτελιστικά χαμηλό ποσό σε σχέση με τα αιτήματα και τις απαιτήσεις τού τέως».

Τα 4,6 δισ. δραχμές θεωρούνται ανάλογα, με βάση τα σημερινά δεδομένα, με τα 120.000.000 δραχμές που έδινε το 1973 ως αποζημίωση στον τέως η χούντα. Το ποσό είχε κατατεθεί στην Εθνική Τράπεζα, αλλά ο έκπτωτος μονάρχης αρνήθηκε να το παραλάβει, ευελπιστώντας στην έναρξη διαπραγματεύσεων με τις μεταπολιτευτικές κυβερνήσεις, με αποτέλεσμα το 1976 η προσφορά να αποσυρθεί.

«Σήμερα δεν έχει κανένα άλλο περιθώριο…», υπογράμμιζαν τα ίδια νομικά στελέχη, ενώ τόνιζαν ότι «τα 4,6 δισ. δραχμές είναι αμελητέο ποσό σε σχέση με αυτά που κέρδιζε η έκπτωτη βασιλική οικογένεια από τον νόμο-σύμβαση που καταρτίσθηκε το 1992 από τη Ν.Δ. (νόμος Παλαιοκρασσά)».

Σημειώνεται ότι ο συγκεκριμένος νόμος παραχωρούσε εκτεταμένη κυριότητα στους Γλύξμπουργκ για το Τατόι, ενώ άφηνε ανοικτό το ζήτημα της κυριότητας σε Πολυδένδρι και Μον Ρεπό. Ειδικότερα, στον τέως παραχωρούνταν τα ανάκτορα και 4.000 στρέμματα στο Τατόι μαζί με τους βασιλικούς τάφους, 3.000 στρέμματα περνούσαν (ως δωρεά του έκπτωτου μονάρχη) στο Ελληνικό Δημόσιο, ενώ τα υπόλοιπα 34.000 στρέμματα χορτολιβαδικών και δασικών εκτάσεων θα τα διαχειριζόταν το – συσταθέν γι’ αυτόν τον σκοπό – ίδρυμα «Εθνικός Δρυμός Τατοΐου», που ήλεγχαν οι Γλύξμπουργκ. Επιπλέον, η κυβέρνηση της Ν.Δ. έδωσε άδεια στη έκπτωτη βασιλική οικογένεια να μεταφέρει (νύχτα, με κοντέινερ…) την οικοσκευή και εκατοντάδες έργα τέχνης από το ανακτορικό μέγαρο του Τατοΐου.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “ΤΑ ΝΕΑ “