Ραντεβού με τον πόνο

Γιάννης Πολίτης
Δημοσιεύθηκε Απρίλιος 18, 2017, 11:26 πμ
4 secs

Η ΩΡΑ ΕΙΝΑΙ 1 το μεσημέρι Κυριακής στα εξωτερικά ιατρεία του «Ευαγγελισμού». Μπαίνουμε στον διάδρομο, όπου εκατοντάδες άνθρωποι -οι περισσότεροι ηλικιωμένοι και ανήμποροι- περιμένουν όρθιοι, ο ένας πάνω στον άλλον, τη μαγική στιγμή που θα έρθει η σειρά τους να αντικρίσουν τον γιατρό. Η δυσοσμία είναι αβάσταχτη. Τα ουρλιαχτά των ασθενών που φέρνει το ΕΚΑΒ, τα κλάματα των συγγενών που τους ακολουθούν και οι αυταρχικές κραυγές των σεκιουριτάδων που θέλουν να επιβάλουν την τάξη, μου τρυπάνε τα μηνίγγια. Κάποιοι δεν αντέχουν την ορθοστασία, σωριάζονται κάτω. Οι συγγενείς τους βρίζουν θεούς και δαίμονες, αλλά κανένας δεν έχει διάθεση να τους ακούσει. Οσοι είναι εκεί, έχει ο καθένας τον δικό του σταυρό. «Βοηθήστε με. Η μαμά μου θα πεθάνει», φωνάζει μια γυναίκα γύρω στα σαράντα που είδε την ηλικιωμένη μητέρα της να σωριάζεται από την ταλαιπωρία στο δάπεδο. Κανένας δεν της έδωσε σημασία. Μπροστά στα μάτια μας ξεψύχησε ένας άνθρωπος γύρω στα 50 που έφτασε με έμφραγμα. «Ακρη», ούρλιαζαν οι τραυματιοφορείς, προσπαθώντας να ανοίξουν χώρο στον κατάμεστο διάδρομο για να φθάσει το φορείο στο Καρδιολογικό και ταυτόχρονα έδιναν δυνατές γροθιές στην καρδιά του άτυχου. Μόλις κατάφεραν με πολύ κόπο να βάλουν επιτέλους τον ασθενή στο ιατρείο ήταν ήδη αργά.

Η ΩΡΑ έχει φτάσει 4.30. Περιμένουμε στην ουρά περισσότερο από δύο ώρες. Τα έκτακτα περιστατικά φτάνουν με το ΕΚΑΒ το ένα με το άλλο. Γιατροί και νοσοκόμες πέφτουν πάνω στους βαριά ασθενείς για να σώσουν όσους μπορούν. Ετσι, κανένας δεν ασχολείται με εκείνους που περιμένουν στην ουρά και δείχνουν να στέκονται -ακόμη- στα ποδιά τους.

ΕΣΥΡΑ τον ασθενή μου, ούτε ξέρω πώς, μέχρι την πόρτα του νοσοκομείου. Βλέπω παρατημένο ένα φορείο με βρόμικα σεντόνια από άλλον ασθενή, τον ρίχνω πάνω και τρέχω σπρώχνοντας το φορείο στους διαδρόμους. Ο ασθενής μου ήταν πλέον «έκτακτο περαστικό». Μπαίνω στα ιατρεία, παρά τις αντιρρήσεις του αγενούς σεκιουριτά. Ενας συμπαθής ψαρομάλλης γιατρός τρέχει αμέσως και κάνει όλα όσα πρέπει. Το ίδιο έκανε παράλληλα σε άλλους 10 ασθενείς. «Ιατρική σε συνθήκες πολέμου», μου ψιθύρισε.

ΤΟΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ εφιάλτη τον είδα δύο ώρες μετά, όταν ο συγγενής μου διακομίστηκε σε έναν διάδρομο για νοσηλεία. Βαριά και ελαφρώς ασθενείς, άστεγοι, περιθωριακοί, σαν να είχαν ραντεβού με τον πόνο, πήραν θέση στα ράντζα του 8ου ορόφου. Οι νοσοκόμες είχαν βάλει στα πόδια τους φτερά. «Σας βρίζουν ε;», ρώτησα μια νοσηλεύτρια. «Τι φταίνε οι άνθρωποι. Εμένα βλέπουν, εμένα βρίζουν. Μετά τα μεσάνυχτα, η μπόχα ήταν αφόρητη. Κάθε τρεις και λίγο κάποιοι ανοίγουν τα παράθυρα να φύγει η βρομιά και δέχονται τις επιθέσεις των υπολοίπων. Οι ασθενείς που ήταν τυχεροί να έχουν συγγενείς στο πλευρό τους μπορούσαν να εξυπηρετηθούν. Οι μοναχικοί άνθρωποι εκλιπαρούσαν για λίγη βοήθεια τους περαστικούς.

ΦΥΓΑΜΕ το μεσημέρι της επόμενης μέρας. Κουβαλάω μαζί μου τη βαριά μπόχα του διαδρόμου και πολύ θυμό. Εχω πειστεί ότι για να βγεις ζωντανός από αυτή την κόλαση είναι θέμα τύχης. Πέρασε καιρός από όταν έζησα αυτή τη δυστυχία – ήταν στη μέση της κρίσης. Και πριν από λίγες ημέρες μετά από μια ακόμη κοκορομαχία Πολάκη-Αδωνι για το ποιος έκανε τα… καλύτερα για την υγεία, μου ήρθε το σημείωμα του φίλου και συναδέλφου από τα παλιά Θανάση γι’ αυτά που έζησε πρόσφατα: «Πέντε ημέρες πάνω από το κεφάλι μου το ερκοντίσιον, δεμένο με κολλητική ταινία (αυτή που μας στεριώνουν τις πεταλούδες για τον ορό), αναρωτιόμουν αν θα μου έρθει κάποια στιγμή κατακέφαλα. Οχι, για το αν λειτουργεί το καλοκαίρι, δεν πρόφτασα να αναρωτηθώ. Ο πλαϊνός μου είχε άλλο πρόβλημα. Πρόσεχε το ξεκολλημένο φωτιστικό μην του πέσει πάνω στο κεφάλι. Δημόσιο σύστημα υγείας στην Ελλάδα, 9 χρόνια μετά την ύφεση, 7 μετά το μνημόνιο. Κι έπεται συνέχεια. Οι γιατροί λαμπροί, οι νοσοκόμες θυσία για τους ασθενείς. Αυτοί είναι η μόνη ελπίδα. Φιλοξενήθηκα επί πέντε ημέρες σε έναν «θάλαμο» διαστάσεων 2Χ3 (ίσως και λιγότερο, χωρίς υπερβολή). Δύο κρεβάτια, δύο άρρωστοι, δύο συνοδοί, χαμός αν ερχόταν και κάποιος συγγενής.
Για τραπεζάκια, για τα προσωπικά είδη των ασθενών και για το φαγητό τους, ούτε λόγος. Δεν χωρούσαν πουθενά. Ελλάδα 2017, 9 χρόνια ύφεσης, 7 χρόνια μνημονίων, το ΕΣΥ στο κρεβάτι του Προκρούστη. Κι εμείς τα υποκείμενα του μεγάλου πειράματος… Κι όταν λέω εμείς, εννοώ όχι μόνο τους αρρώστους, αλλά και τους εργαζόμενους στον τομέα της δημόσιας υγείας. Πάντως, από το ερκοντίσιον τη γλίτωσα! Οταν έφυγα χαιρέτησα κάμποσους νέους γνωστούς και τον Κώστα τον επιπλοποιό, που η κρίση τού έκλεισε την επιχείρηση και δουλεύει δωδεκαμηνίτης τραυματιοφορέας».

ΟΣΟ ΓΙΑ φάρμακα, σεντόνια και πετσέτες; Αλίμονο σε όποιον δεν έχει κάνει το κουμάντο του.

ΥΓ.: Δεν θα σχολιάσω σήμερα. Γιατί αυτά που ζουν οι άνθρωποι στο πετσί τους γράφουν την πραγματική ιστορία της χώρας αυτή την τραγική περίοδο και όχι οι κορόνες των πολιτικών. Θα πω μόνο: Φίλε Θανάση, θλίβομαι και φοβάμαι για την επόμενη φορά που θα χρειαστεί να περάσουμε την πόρτα του νοσοκομείου. Υγεία πάνω απ’ όλα, λοιπόν, και καλό Πάσχα.

To άρθρο του Γ. Πολίτη δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Realnews την Κυριακή του Πάσχα, 16 Απριλίου 2017.

Προηγούμενο Άρθρο

Ξέφραγο αμπέλι

Επόμενο Άρθρο

Για λίγα ευρώ