Τα νησιά τα δώσαμε

Γιάννης Πολίτης
Δημοσιεύθηκε Σεπτέμβριος 04, 2017, 1:11 μμ
5 secs

ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ στη ζωή μου έκανα διακοπές στα βουνά. Πάντα τα καλοκαίρια ζούσα στο νησί μου. Φέτος ο καύσωνας με οδήγησε σε μια ψηλή κορυφή της Πίνδου. Διέσχισα μεσημέρι έναν δρόμο γεμάτο πλατάνια. Όταν η υπόλοιπη Ελλάδα καιγόταν στους 43 βαθμούς, έβγαζα το χέρι από το παράθυρο και ένιωθα σαν να είμαι σε ψυγείο. Έφτασα σε ένα πανέμορφο χωριό, το Χαλίκι. Ομολογώ ότι πήγα αδιάβαστος, δεν ήξερα τίποτα για εκείνον το πανέμορφο τόπο. Η πλατεία έσφυζε από ζωή. Ήταν γεμάτη από παρέες νέων που έπαιζαν τάβλι, έπιναν καφέ και μπίρες και απολάμβαναν τον παράδεισο. Παραγγείλαμε δύο καφέδες και δύο αναψυκτικά. Ο λογαριασμός, 7 ευρώ συνολικά. «Όχι, δεν κάναμε λάθος», μου απάντησε η γυναίκα που μας σέρβιρε, «αυτές είναι τιμές μας». Συνέχισα τις αφελείς ερωτήσεις μου:

«Μπράβο σας, βλέπω είναι ζωντανό χωριό γεμάτο κόσμο. Πόσοι μένετε εδώ μόνιμα τον χειμώνα;». Χαμογέλασε με την ασχετοσύνη μου: «Έξι άτομα είναι όλα κι όλα, που μένουν εδώ και κρατάνε το χωριό όρθιο. Όλοι εμείς που βλέπεις ερχόμαστε τον Αύγουστο. Αυτή την ώρα είμαστε πάνω από 650 άτομα. Τα σπίτια είναι γεμάτα από τους ντόπιους που ζούνε στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και τα Γιάννενα και τους φίλους που φιλοξενούν. Προχθές να φανταστείτε στο πανηγύρι, ήρθαν 1.000 άτομα». Φάγαμε στην ταβέρνα τέσσερα άτομα με 35 ευρώ. Όσα δηλαδή πληρώνει ένας άνθρωπος σε ένα μεσαίο εστιατόριο στις Κυκλάδες.

Η ΕΞΕΡΕΥΝΗΣΗ ΜΟΥ
 συνεχίστηκε για ημέρες. Πέρασα από πολλά χωριά, μικρά και μεγάλα, στην Ηπειρο και τη Θεσσαλία. Ηταν όλα το ίδιο ζωντανά, το ίδιο χαρούμενα. Στις πλατείες, στα πανηγύρια διαδέχονταν το ένα το άλλο. Οι εκκλησίες της Παναγιάς γεμάτες και για να βρεις τραπέζι στα κλαρίνα, θα έπρεπε να έχεις προνοήσει να πιάσεις θέση νωρίς. Θα πείτε, μας λες κάτι καινούργιο; Αυτό δεν γίνεται πάντα τον Αύγουστο στην Ελλάδα; Για την ακρίβεια, αυτό γινόταν σε τέτοια έκταση τον Αύγουστο μέχρι πριν από 20 χρόνια. Μετά έγινε μεγάλη «κοιλιά» για 2 δεκαετίες.

Φέτος οι φιλοξενίες πολλαπλασιάστηκαν, όπως παλιά. Τα χρόνια της πλαστής ευημερίας και της σπατάλης πήρανε τα μυαλά μας αέρα. Τι σόι πετυχημένος ήσουν εάν δεν έκανες διακοπές στις Κυκλάδες, στην Κρήτη, στη Ρόδο, στην Κέρκυρα και στα ακριβά θέρετρα της Χαλκιδικής και της Πελοποννήσου; Τι θα έχεις να λες τον Σεπτέμβρη στο γραφείο, ότι είσαι παρακατιανός και πήγες φιλοξενούμενος στο χωριό του φίλου σου; Η κρίση με τις χιλιάδες συμφορές που έφερε για όλους, μας προσαρμόζει σε μια νέα πραγματικότητα που είναι όμοια με την παλιά των δεκαετιών του ’60 του ’70 και του ’80. Τότε που οι άνθρωποι ήταν κοντά,γέμιζαν τις αυλές στα σπίτια των χωριών, έτρωγαν, έπιναν και γλεντούσαν με λίγα χρήματα και πολλά γέλια.

Με τα λεωφορεία πήγαιναν στα χωριά τότε και δεν είχαν άγχος πού θα παρκάρουν το τζιπ και τη λιμουζίνα. Δεν ξέρω σε ποιο από τα μνημόνια έγινε ακριβώς, αλλά τον Αύγουστο στα νησιά και στις παραθαλάσσιες περιοχές τον πουλήσαμε. Ετσι κι αλλιώς, ήταν το μοναδικό σπουδαίο περιουσιακό στοιχείο που διαθέταμε πλέον. Αγγλοι, Γάλλοι, Γερμανοί, Ιταλοί -και στη Μύκονο πλούσιοι Αραβες, Λιβανέζοι και Ρώσοι- αγοράσαν το σπουδαίο προϊόν μας χωρίς δεύτερη σκέψη. Τριάντα εκατομμύρια επισκέπτες ήρθαν φέτος στην Ελλάδα και αν είχαμε άλλα τόσα σοβαρά καταλύματα, θα είχαμε άλλους τόσους. Δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να συνωστιζόμαστε τον Αύγουστο στις κοσμικές περιοχές, να πληρώνουμε πανάκριβα δωμάτια, ακόμη ακριβότερα εστιατόρια και μπαρ και μετά να γκρινιάζουμε.

Διάβασα τις ιστορίες συναδέλφων, φίλων και γνωστών που διαμαρτύρονταν οργισμένοι στο διαδίκτυο ότι τους γδύνουν στα νησιά. Χωρίς αμφιβολία, είναι ντροπή όταν συμβαίνει και σε Ελληνες και σε ξένους η αρπαχτή από τους αετονύχηδες. Γιατί να το τραβάμε όμως όλο αυτό; Δόξα τω Θεώ, για τους Ελληνες η Ελλάδα έχει πέντε μήνες καλοκαίρι και όποιος επιθυμεί να πάει σε νησί, ο Ιούνιος και ο Σεπτέμβριος είναι υπέροχοι μήνες. Μπορεί να τα απολαύσει όλα στις μισές τιμές και με καλύτερη εξυπηρέτηση. Ας αφήσουμε τον Αύγουστο στα νησιά σε αυτούς που μπορούν να τον πληρώσουν. Να το δούμε ψύχραιμα -όχι συναισθηματικά- και να πούμε ότι όπως οι Γερμανοί πουλάνε Μερσεντές, εμείς πουλάμε ηλιοβασίλεμα και θάλασσα.

Αυτό είναι το δυνατό μας χαρτί και από αυτό θα ζήσουμε. Τότε θα είναι για όλους καλύτερα, διότι θα πρόκειται για μια συνειδητή απόφαση προώθησης της βαριάς βιομηχανίας μας, που είναι ο τουρισμός. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να κάνουμε τις υπερβολές και τις ξιπασιές των Ισπανών στη Βαρκελώνη -πριν τους βρει η συμφορά της αιματηρής επίθεσης- που απέκλεισαν με ανθρώπινες αλυσίδες παραλίες για να διώξουν τους τουρίστες.

Εμείς τον Αύγουστο θα τον ζούμε στα χωριά μας και στα χωριά των φίλων μας. Θα τον τραγουδάμε ξανά και ξανά, κάτω από τo φεγγάρι – που ευτυχώς ΔΕΝ ΠΩΛΕΙΤΑΙ.

To άρθρο του Γ. Πολίτη δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Realnews την Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2017.

Προηγούμενο Άρθρο

Φτάνει πια

Επόμενο Άρθρο

Το εφτάψυχο ΠΑΣΟΚ