Στροφή της N.Δ. επί… δεξιά

Γιάννης Πολίτης
Δημοσιεύθηκε Απρίλιος 18, 2005, 10:21 πμ
6 secs

Υπάρχει κοινός παρονομαστής στην επιδείνωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων, στο Κυπριακό και στο Σκοπιανό, κατά τον Ευάγγελο Βενιζέλο. «Όταν η κυβέρνηση δίνει την εντύπωση ότι μεταθέτει τις δύσκολες αποφάσεις», λέει χαρακτηριστικά ο πρώην υπουργός, «τότε οι εντάσεις προκαλούνται σκοπίμως για να σε αναγκάσουν να υπαναχωρήσεις από τις υφιστάμενες θέσεις σου»

Ειδικότερα για το θέμα των Σκοπίων ο κ. Βενιζέλος εκτιμά ότι «η επιστολή Νίμιτς είναι μία κακή βάση διαπραγμάτευσης, μία βάση δυσμενέστερη από αυτή στην οποία συζητούσαμε έως τώρα» και τονίζει ότι όποια λύση δοθεί «πρέπει να είναι αξιοπρεπής για την Ελλάδα και αποδεκτή από αυτήν».
Αναφερόμενος στα κρίσιμα νέα εσωτερικά μέτωπα της κυβέρνησης, που είναι το Ασφαλιστικό και οι εργασιακές σχέσεις, ο πρώην υπουργός χρησιμοποιεί σκληρή γλώσσα λέγοντας ότι «η κυβέρνηση αναγκάζεται να εγκαταλείψει την εύκολη ρητορεία του «Κοινωνικού Κέντρου» και του «μεσαίου χώρου» και να έρθει πολύ πιο κοντά στα γενετικά χαρακτηριστικά της ελληνικής Δεξιάς».

H ραγδαία επιδείνωση στις σχέσεις μας με την Τουρκία, που οδήγησε τη χώρα μας σε μια νέα διπλωματική ήττα – κάποιοι τη χαρακτήρισαν Ίμια νούμερο δύο -, πού οφείλεται;

Το βασικό δόγμα του κ. Καραμανλή στην εξωτερική πολιτική τους δεκατρείς αυτούς μήνες είναι η αποφυγή των δύσκολων αποφάσεων με τη μετάθεσή τους σε απώτερο χρόνο. H αναβλητικότητα όμως σε συνδυασμό με τη νωχελική και παθητική αντιμετώπιση των θεμάτων δεν εκτονώνει τις καταστάσεις, αλλά αυξάνει τις πιθανότητες να εμφανιστούν κρίσεις.

Είναι συμπτωματικό ότι την ίδια στιγμή ήρθε και η δυσμενής εξέλιξη στο θέμα των Σκοπίων;

Όταν ως κυβέρνηση δίνεις την αίσθηση ότι βασικό μέλημά σου είναι η αποφυγή των προβλημάτων, τότε οι εντάσεις προκαλούνται σκοπίμως για να σε αναγκάσουν να διολισθήσεις, δηλαδή να υποχωρήσεις σε σχέση με τις υφιστάμενες θέσεις σου. Αυτός είναι ο κοινός παρονομαστής των χειρισμών της κυβέρνησης στο Κυπριακό, στα ελληνοτουρκικά και στο ζήτημα των Σκοπίων.

Θεωρείτε ότι η πρόταση του κ. Νίμιτς θα ήταν ευπρεπής συμβιβασμός ή ακόμη μια μεγάλη ήττα για τη χώρα μας;

H επιστολή του κ. Νίμιτς είναι μία κακή βάση διαπραγμάτευσης, μία βάση δυσμενέστερη από αυτήν στην οποία συζητούσαμε το θέμα έως τώρα. Βέβαια, η διαδικασία αυτή έχει οργανωθεί με απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας και αναγκαστικά τη δεχόμαστε, με στόχο τη βελτίωση της πρότασης Νίμιτς και τη διαμόρφωση μιας αξιοπρεπούς τελικής λύσης. H εσπευσμένη δήλωση αποδοχής του κ. Καραμανλή χωρίς νέα σύγκληση του Συμβουλίου των Αρχηγών, ο κατάλογος των αποδεκτών της επιστολής του και το γεγονός ότι αυτή στάλθηκε παρά τη δημόσια απόρριψη της πρότασης από την πλευρά των Σκοπίων σημαίνει ίσως κάποια πράγματα: Είτε ότι η κυβέρνηση αναμένει και νέες αναγνωρίσεις με το συνταγματικό όνομα των Σκοπίων, αναγνωρίσεις που δεν μπόρεσε να αποτρέψει ή να πληροφορηθεί πριν από μερικούς μήνες, είτε ότι υπάρχει η προσδοκία μιας απόφασης του Συμβουλίου Ασφαλείας που θα επιβάλει λύση. H λύση όμως αυτή πρέπει να είναι αξιοπρεπής για την Ελλάδα και αποδεκτή από αυτήν, όπως τόνισε εξαρχής το ΠΑΣΟΚ.

Πολλοί προβλέπουν ότι σύντομα θα έρθει ξανά στην πρώτη γραμμή το Κυπριακό. Ποιες κινήσεις πρέπει να γίνουν ώστε να μη βρεθούμε και σε αυτό το ζήτημα άλλη μια φορά σε δεινή θέση;

Το Κυπριακό είναι πάντα στο προσκήνιο. Ας μην ξεχνάμε ότι εκκρεμεί ο κοινοτικός κανονισμός για το απευθείας εμπόριο με τα κατεχόμενα και η υπογραφή, κύρωση και εφαρμογή του Πρωτοκόλλου για την επέκταση της Τελωνιακής Ένωσης της Τουρκίας με τα δέκα νέα κράτη-μέλη και άρα και με την Κύπρο. Με απόλυτο σεβασμό στην πραγματική βούληση του ελληνοκυπριακού λαού, με δεδομένη την εμπειρία του περυσινού δημοψηφίσματος και λαμβάνοντας υπόψη το κλίμα και τις καταστάσεις που δημιουργήθηκαν στην Ευρώπη και διεθνώς τους τελευταίους δεκατρείς μήνες, πρέπει να διαμορφωθεί η εθνική μας στρατηγική. Αυτό είναι ευθύνη της κυπριακής πολιτικής ηγεσίας, αλλά και της Ελλάδας. Αυτή η εθνική στρατηγική είναι προφανές ότι πρέπει να διαμορφώνει ή έστω να συνδιαμορφώνει τις εξελίξεις και όχι να τρέχει πίσω από αυτές.

Ο κ. Αλογοσκούφης άνοιξε ξαφνικά το Ασφαλιστικό και το Εργασιακό. Ήταν η κατάλληλη στιγμή να γίνει αυτό ή είστε από εκείνους που πιστεύουν ότι οι ρυθμίσεις της κυβέρνησης Σημίτη αντέχουν για σχεδόν δύο δεκαετίες;

H κυβέρνηση αναγκάζεται να εγκαταλείψει την εύκολη ρητορεία του «Κοινωνικού Κέντρου» και του «μεσαίου χώρου» και να έρθει πολύ πιο κοντά στα γενετικά χαρακτηριστικά της ελληνικής Δεξιάς. Από εκεί συνεπώς που το Ασφαλιστικό και το Εργασιακό ήταν «κλειστά» για την κυβέρνηση, ανοίγουν με μία αποκαλυπτική μεθόδευση ως αμιγώς δημοσιονομικά ζητήματα που εντάσσονται στις λεγόμενες «διαρθρωτικές αλλαγές της ελληνικής οικονομίας».

Σε κάθε περίπτωση το Ασφαλιστικό είναι «καυτή πατάτα» στα χέρια κάθε κυβέρνησης. Ποια είναι η πρόβλεψή σας;

Ευτυχώς η ΓΣΕΕ έθεσε το Ασφαλιστικό σε συνεργασία με τους κοινωνικούς εταίρους με τελείως διαφορετικό τρόπο. Για να το πω σχηματικά, όχι εκ δεξιών όπως κάνει η κυβέρνηση, αλλά εξ αριστερών. Φάνηκε έτσι η θετική εισφορά του νόμου του ΠΑΣΟΚ. Φάνηκε επίσης πως με την αύξηση των ορίων ηλικίας, τη μείωση των παροχών και την αύξηση των εισφορών δεν διασφαλίζεται η μακροβιότητα και η αντοχή του συστήματος, η καταπολέμηση της εισφοροδιαφυγής και η πλήρης ασφαλιστική κάλυψη όλων των εργαζομένων, Ελλήνων και αλλοδαπών. Αυτές οι προσεγγίσεις ακύρωσαν τα γνωστά νεοφιλελεύθερα στερεότυπα που παράγουν συνεχώς κινδυνολογικά σενάρια για το ασφαλιστικό σύστημα.

Το Εργασιακό δεν χρειάζεται ωστόσο μια νέα προσέγγιση;

Ως προς το Εργασιακό και πιο συγκεκριμένα ως προς τις υπερωρίες και τη λεγόμενη διευθέτηση του χρόνου εργασίας, η κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη να σεβαστεί όχι γενικά και αόριστα τον κοινωνικό διάλογο, αλλά τη διαδικασία της συλλογικής διαπραγμάτευσης που είναι η μόνη που μπορεί να λειτουργήσει σε μια σύγχρονη κοινωνία με αποτελεσματικότητα και θετικά οικονομικά και αναπτυξιακά αποτελέσματα. Το μέλλον της ελληνικής οικονομίας δεν μπορεί να το αναζητήσει κανείς στη μείωση των αποδοχών ή στην επιδείνωση των όρων εργασίας.
Ας καταργηθεί ο νόμος για τον βασικό μέτοχο για να δούμε αν φταίει το Σύνταγμα
AN H ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ πιστεύει ότι για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει στην Κομισιόν με τον βασικό μέτοχο φταίει το Σύνταγμα, δεν έχει παρά να καταργήσει τον νέο νόμο για να γίνει εμφανές τι ακριβώς φταίει, δηλώνει ο κ. Ευάγγ. Βενιζέλος.

Με αφορμή τον νόμο για τον βασικό μέτοχο, ξιφουλκήσατε εναντίον της κυβέρνησης και μιλήσατε για «επικίνδυνο πνευματικό και πολιτικό επαρχιωτισμό».

Την ίδια ώρα που η κυβέρνηση δίνει ­ υποτίθεται – τη μάχη υπέρ του Ελληνικού Συντάγματος για τον βασικό μέτοχο, ο κ. Καραμανλής υπογράφει και εισάγει για κύρωση στη Βουλή το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα που προβλέπει ρητά ότι το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα και το Ευρωπαϊκό Δίκαιο συνολικά υπερέχουν του Δικαίου των κρατών-μελών στο πεδίο των αρμοδιοτήτων της Ένωσης, δηλαδή στο πεδίο που παρεχώρησαν οικειοθελώς τα ίδια τα κράτη, σύμφωνα με τα Συντάγματά τους.

Πάντως η κυβέρνηση λέει ότι εφαρμόζει το Σύνταγμα το οποίο εσείς φτιάξατε ενώ χαρακτηρίζει τον βασικό μέτοχο δικό σας παιδί;

Δεν έχει λοιπόν παρά να καταργήσει τον πρόσφατο νόμο της για να δούμε αν το Σύνταγμα μόνο του προκαλεί προβλήματα με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Θα γίνει τότε εμφανές σε όλους ότι μπορεί να ψηφιστεί ένας νόμος που και το Σύνταγμα θα εφαρμόζει και με το Κοινοτικό Δίκαιο θα είναι εναρμονισμένος. Όλα τα άλλα είναι προφάσεις εν αμαρτίαις.

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “ΤΑ ΝΕΑ “